24 Οκτ 2011

Χωρίς τίτλο

Χωρίς τίτλο κυκλοφόρησαν εχτές οι εφημερίδες

κι απ' τους υπότιτλους έλειπαν ορισμένα γράμματα

Καραδοκούν οι ψαράδες να τυλίξουν στο χαρτί

τα αργύρια ανοιχτής θαλάσσης


ποιος στ' αλήθεια νοιάζεται για ειδήσεις;

17 Οκτ 2011

Η επικίνδυνη κλίση του ποτέ

Οι κνιδώσεις των παρειών
Και η απρόβλεπτη τριχοφυΐα
Των αγαλμάτων

Ο χρόνος
Τετράδιο χωρίς γραμμές
Κι ετικέτα

Η επικίνδυνη κλίση του ποτέ

15 Οκτ 2011

Αχάριστο νόμισμα



Ανακάλυψα μια τρύπα στη τσέπη
από κει θα πήδηξες αχάριστο νόμισμα
δε σου ’φταναν θαρρείς η ζεστή μου φόδρα
τα χάδια απ’ τα δάχτυλά μου
άντε τώρα να σε προλάβω έτσι που τρέχεις
στάσου
πας ίσια στον υπόνομο
στρίψε αριστερά σου λέω
αχάριστο νόμισμα
ονειρευόσουν χρηματοκιβώτια βαριά
χαρτογιακάδες χαρτοφύλακες
τα πιο φτηνά σου όνειρα δεν τα ‘κανες ακόμα
ήθελες λέει να γίνεις τσεκ
ή κάρτα ανάληψης
έστω δωροεπιταγή
αχάριστο νόμισμα
σε κάποια χαραμάδα σφηνωμένο θα σε βρω
διάλεξε την ποινή σου
θες να σε ρίξω στ’ αλογάκια
ή στα μηχανάκια του καφέ;

7 Οκτ 2011

Η γενναιότητα του στρατιώτη Βολφ

Θα πρέπει εδώ να διαπιστωθεί
Η γενναιότητα του στρατιώτη Βολφ
Ο οποίος κρεμάστηκε απ΄ το ταβάνι
Όταν του αποκάλυψαν πως πολεμούσε για
Μια εικονική πατρίδα
Κάτω από τις διαταγές ενός κλωνοποιημένου
Στρατηγού
Με σφαίρες από πλαστικό
Φιλικό στο περιβάλλον
Με άρματα μάχης από καουτσούκ
Κινούμενα με ηλιακή ενέργεια

Είπαν πως δεν κάτεχε τα νέα όπλα
Άλλοι πως κιότεψε
Και κάποιοι βιάστηκαν
Να του κολλήσουν τη ρετσινιά του ντικγιντάγκα

Διαλύθηκαν ήσυχα
Ωστόσο δυσαρεστημένοι
Για την αδικαιολόγητη αύξηση της τιμής
Των οπωροκηπευτικών

απομεινάρια πλώρης

Με το χέρι στον ώμο με αποχαιρέτησε
θα ξανάρθει το πρωί είπε

Ξοδεύει η νύχτα τις αγκαλιές των ναυαγών
κρεβάτια κύματα αγαπητικά

Βουτάει το φεγγάρι αγκίστρια γεμάτο
για στίχους που φύτρωσαν
πάνω απ' τα κουφάρια θαμμένων ποιητών
λόγια ανείπωτα δεμένα σκοινιά σε απομεινάρια πλώρης
ψάχνοντας αέρα και φως καλοκαιριού
πνίγονται σιγά σ' ένα ποτήρι αλμυρό
μάτια που κλείδωσαν τα μυστικά τους
σε μια παλιά υδατογραφία

Ξοδεύει η νύχτα πανσέληνο
τραγούδι στα χείλη μελλοθάνατων
σαν αύριο να μην έχει
άλλο σκοτάδι ούτε και φως ούτε
σεντόνια απλωμένα στις ταράτσες
προσύμφωνα παράτασης αναπνοής
μέχρι ν' ακουμπήσουν τα γόνατα στο χώμα

Ακούστηκαν βήματα
θα επέστρεψε η μέρα
να μαζέψει άδεια μπουκάλια και ξερατά

1 Σεπ 2011

Ν.Γ. Πεντζίκη - Η αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής- απόσπασμα

Μήτηρ και τέκνο
τέμπερα, 1989 

...Η θάλασσα και το λουλούδι το εφήμερο, που γύρεψα να το εξομοιώσω μαζί της, και το χέρι που γίνεται άνθος εκπροσωπώντας την Επουράνια Δύναμη, όλα, όχι εν ονόματι του αριθμητικού τους βάρους, αλλά των αριθμών που ορίζουν τους ρυθμικούς των παλμούς και σχηματισμούς, τη γέννησή τους, σαν κύματα που έρχονται και σπουν στ' ακρογιάλι με μια λαμπεράδα αφρού, συγκρινόμενα με τη μύχια κίνηση των σπλάχνων μας από τον ποιητή, τα πάντα μάταια και φθαρτά, εκφράζουν ταυτόχρονα την αναλλοίωτη διάρκεια, τη σταθερότητα εκείνων των σχημάτων που ο Πλάτων όρισε ως ιδέες, έξω απ' τη φθορά, αθάνατες. Μέσα στη μακρινή άποψη, όπου σχεδόν τα αντικείμενα έσβηναν από τα μάτια μας και συγχωνεύονταν και συγχέονταν, διακρίνοντας τη διαύγεια της ζωής πέρα απ' ότι ονομάζουμε θάνατο, δια μέσου του κενού πλαισίου των σχημάτων, δεν ξέρω πώς θα γινόταν να μην εξατμιστώ ο ίδιος όπως το νερό που από τη θέρμη του ήλιου στραγγίζει κι ανεβαίνει σαν λευκή ατμίδα στο θόλο ή πώς δε θα 'ριχνα λάσπη να βρομιστεί το σχήμα και το πλαίσιό του, αρνούμενος την καθαρή του υπόσταση, από την ανάγκη και μόνο να επιμείνω στη ζωή, όπου βρίσκομαι με τη γέννησή μου αγκιστρωμένος, αν δεν υπήρχε η αγκαλιά της γυναίκας μου να με κρατήσει εκείνη την ώρα, που απλώνοντας το χέρι μου στην κοιλιά της τη στρογγυλή, άκουσα από μέσα χτύπους. Πόσο γεμάτο μυστήριο είναι το λάκτισμα της ζωής. Φοβόμουνα τη φτώχεια μου, φοβόμουνα την αδυναμία μου ότι δεν μπορώ να παραβγώ με τους άλλους, ότι πάντα μπορούν να με ξεγελάσουν, να με εξαπατήσουν, καθώς έχω ολονών την ανάγκη και κρούω τη θύρα τους. Πού θα μπορούσα να αποθέσω όλο το βάρος της παντελούς ήττας μου; Πώς ποτέ αυτός ο ακατανόμαστος σωρός των αποτυχιών, των χαμένων σκευών, των τσακισμένων, συντριμμένων ευθειών, θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν ένα ταξίδι; Είναι δυνατό η τεθλασμένη να γίνει ευθεία ταξιδιού γαλανή; Τι το αδιάψευστο μπορώ να διακρίνω στις ταπεινές κινήσεις μου; Πιεζόμενη από των θλιβερών τας επαγωγάς και τους χειμασμούς της ψυχής, η μνήμη άρχισε ν' αδειάζει το περιεχόμενό της όπως μια βρύση βγάζει το νερό. Προίκα μου φτωχιά, εσύ κουτί γεμάτο με τα ενθύμια και τις φωτογραφίες, ποια λαχτάρα με συνεπαίρνει πως τάχα άμα σ' αφήκω άδειο θα 'χει κιόλας σχηματιστεί η θάλασσα, με τα κύματα τα ικανά να ζωντανέψουν σε καινούριο βλαστάρι το βουβό λιθάρι της αναίσθητης μνήμης;

11 Αυγ 2011

Μερσεντές



MERCEDES by tvxorissinora

Υπήρχε ένα μικρό κτίσμα στην άκρη της δημοσιάς καμιά δεκαπενταριά τετραγωνικά όλο κι όλο. Στη μέση ένα παράξενο μηχάνημα σαν τεράστιο μικροσκόπιο, μ' ένα μεγάλο μοχλό που όταν τον κατέβαζες, έπαιρνες μια ωραία κονσέρβα από σταφύλια και άλλα φρούτα που κρατούσαμε να τρώμε το χειμώνα. Όταν κυκλοφόρησαν στην αγορά τα “έτοιμα”, το οικολογικό κονσερβοποιείο έκλεισε και το κτίριο παρέμενε ανεκμετάλλευτο μέχρι που κάποιος έριξε την ιδέα να στεγαστούν εκεί τα γραφεία της “Θύελλας”. Πήραμε μπογιά και γράψαμε απ' έξω με κεφαλαία γράμματα: ΓΡΑΦΕΙΑ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ. Μπάλα παίζαμε ως τότε στα τσαΐρια. Ανάλογα με τη διάθεση του ιδιοκτήτη αλλάζαμε κάθε χρόνο έδρα, κουβαλώντας τα γκολπόστ που μας έφτιαξε ο φανατικός της ομάδας επίσημος χορηγός και μαραγκός. Το πρόβλημα ήταν με τη μπάλα. Είχαμε μία με σαμπρέλα που τη φουσκώναμε με το στόμα όπως τα μπαλόνια και στη μέση του παιχνιδιού ξεφούσκωνε, άσε που πάθαινε και συχνά “φούιτ” όταν την κλωτσάγαμε μέσα στα τσαλιά. Έγραφα συχνά γράμμα στον πατέρα να μου φέρει μια “ποδοσφαιρικιά” και ω του θαύματος, μια ασπρόμαυρη, γυαλιστερή, με πολύγωνα τακάκια, με βαλβίδα που φούσκωνε με τρόμπα, κύλισε στο πράσινο χορτάρι.  
Τώρα τα πράγματα σοβάρεψαν. Είχαμε γραφεία αθλητισμού, μπάλα, δοκάρια, δίχτυα, ναι, συρράψαμε κάτι υπολείμματα από σιατσμάδες σκαλωμένους στο ποτάμι, μας έλειπε το γήπεδο. Ο κοινοτάρχης στην αρχή μας κορόιδεψε, όταν μαζευτήκαμε έξω από το καφενείο με πλακάτ, μα την άλλη μέρα που μέτρησε τα σπασμένα κεραμίδια απ' τη στέγη του σπιτιού του, φάνηκε ν' αλλάζει γνώμη αφού όχι μόνο μας παραχώρησε ένα χέρσο χωράφι της κοινότητας, έστειλε κι ένα γκρέιντερ να το ισιώσει. Πήραν χαμπάρι τα φαντάρια που είχαν έρθει με την επιστράτευση και μάθαμε ότι στην ομάδα πρέπει να υπάρχει προπονητής και για το παιχνίδι, διαιτητής. Η ομάδα, θύελλα πραγματική, πετούσε. Πήραμε σβάρνα τα γύρω χωριά, έπαιζαν μαζί μας και κάτι νεαροί φαντάροι, στην αρχή παίζαμε για τη φανέλα, ύστερα βάζαμε δυο αρνιά και μετά το ματς τα τρώγαμε όλοι μαζί, τα χρόνια περνούσαν και κάποια στιγμή το δεκάρι το καλό, μετοίκησε εις το κλεινόν άστυ. 

Έπειτα πέρασε σαν θύελλα κι ο εκσυγχρονισμός. Έκαναν λέει αναδασμό, βούλωσαν τα δυο ποτάμια κι άφησαν μόνο τον κοκκινοπόταμο και κούρεψαν γουλί τον κάμπο. Πάνε τα σουούτια, τα μιλέα, τα καβάκια, τα δρομάκια, οι γωνιές, τα ρυάκια, πατέρα πού είναι το “μάντσιαλο”, “του τερζή η γκιόλα”, το “καβάκντερε”, ο “αντάς”; Να εδώ είναι ο αντάς, εδώ ήταν τα καβάκια κι από κει οι καρυδιές. Το μόνο απείραχτο ήταν ένα δρομάκι γεμάτο αγριάδες, μοναδική ανάμνηση απ' τον παράδεισο. Πέρασαν κι άλλα, χρόνια πολλά, τώρα το γήπεδο γεμάτο τσαλιά ένα μέτρο, πού παιδιά να παίξουν, γεμάτα τσαλιά και τα περισσότερα σπίτια, στα λίγα που τη νύχτα έχουν φως, μένουν ένας ή δύο το πολύ και η μνήμη πριονοκορδέλα.

Στη φωτο εικονίζεται το δεκάρι το καλό να χάνει το κρίσιμο μπέναλτι.
Ποτέ στη ζωή του δεν ξαναχτύπησε..

10 Αυγ 2011

Dialogue of the wind and the sea



Φυσάει απόψε. Θα μου πεις, παντού φυσάει πότε πότε. Μα σαν ακούς το φύσημα, τρέχεις να ανεβάσεις τα τεντόπανα, να κατεβάσεις τα ρολά, να μη χαλάσει τον ύπνο σου η εκτός τόπου και χρόνου έναρξη της νυχτερινής συναυλίας της ορχήστρας του τυχαίου και του ανεπανάληπτου ή διαλέγεις νυχτερινός ακροατής, να σταθείς στο πόντιουμ, να αντιστίξεις τον υπόκωφο κι αγριεμένο ήχο της θάλασσας με τις κολορατούρες απ' τα φυλλώματα των δέντρων. Αργότερα θα ξεσπάσει βροχή και η αλεατορική μορφή της σύνθεσης θα παραχωρήσει τη θέση της στην αργή, επαναληπτική δράση της ελάχιστης αντίληψης της ροής του χρόνου. Ενδέχεται να ακολουθήσει ένα κρεσέντο καταιγιστικής πτώσης κρυστάλλων χαλαζία σ' ένα στρέτο μαεστράλε που θα ζήλευε και ο κάντορας της εκκλησίας του αγίου Θωμά της Λειψίας. 

Σιωπή. Το αντάντζιο της θάλασσας φτάνει ως εδώ. Μια τρίλια, μια ανάσα κοφτή, ένα στραβοπάτημα της αιθέριας σοπράνο. Καταρρέει η σκηνή κι ο κόσμος τρομαγμένος στη θέση του. Πλησιάζει η ώρα της αναχώρησης, στη σειρά περιμένουν οι παραλήπτες των επιθαλάσσιων συνθέσεων, να τις χωρέσουν στα παζάρια της επικαιρότητας. Μα πού να στριμωχτούν τόσα λείψανα αγιοσύνης στον ίδιο κι απαράλλαχτο βράχο της συμφωνίας των κυμάτων; Θα πάρει καιρό να γίνει νησί ο αμμοσύρτης και να πατήσουν χώμα οι βασιλικοί και τα γεράνια. Ως τότε θα ταξιδεύουν καβάλα σ' ένα δελφίνι φορτωμένο με τις παραλλαγές της ανοιχτής θάλασσας. 

6 Αυγ 2011

ταξιδεύοντας με το νικάκι



Ζέστα ρε του έρμου... ναι ρε του έρμου, καίει... τι καίει για... όλ'ι μέρα καίει, κι τα ξύλα θα σώνουνταν... τα κόκαλα καίει απ' αυτνούς που πήγαν στντ' κόλασ' ι... α, του έρμου, γιαυτό δε σταματάει... θα πα ν' απλώσου τσ' σουληνις να πουτίσου, θα ξιραθούν τα παντζιάρια...

Η Ζωζώ και η Πιπίκα, δυο αδερφάδες που τις χώρισαν όταν ζήτησε τη μια ένας απ' τον πάνω μαχαλά και την πήρε στην αυλή του. Η Ζωζώ έπεσε να πεθάνει. Γύρω γύρω σύρματα, δεν κόταγε να τα πηδήξει, ο κύρης της την τάιζε, την πότιζε, την είχε σαν βασίλισσα, μα έξω απ' το μπαξέ, ποτέ. Έγινε με τον καιρό καλή νοικοκυρά, υπάκουη, δε μπλεκόταν στα πόδια του, τον ακολουθούσε πιστά, στα παντζάρια, στα βαμβάκια, στ' αλώνια μα κάπου κάπου θυμόταν την αδερφή της κι έκλαιγε πικρά.

Ρε του έρμου του σκλί.... όλ'ι μέρα ιδώ... βρήκι τρύπα κι αδιρφή τς κι βγαίν' απ' του σπιτ' ... δεσ' την Θανάσ' να την ξιχάσ' ι.... τι να την κάνου, παρέα μ' είνι του έρμου... άμα θέλ' ι να βγεί όξου, ας πάει.

Το νικάκι κάθισε για πρώτη φορά στην αποκλειστική θέση του συγκυβερνήτη. Άνοιξε την αποθήκη με τα τραγούδια. Τι θ' ακούσουμε μπαμπά; Η Εγνατία οδός υποσχόταν ότι θα μας οδηγήσει απ' ευθείας στον ωκεανό. Λιναρντ Σκιναρντ, μπαμπά, ωραίο είναι αυτό το ροκ, ούτε βαβούρα, ούτε βλακεία, μπαμπά χαμήλωσε!

Του έρμου του σκλί, όλ'ι νύχτα γκαβγκάει... του τάισα, του πο' τσα, τι θέλει του έρμου;

Η κυρα Χρυσή σήκωσε τον τενεκέ με το βασιλικό κι έπιασε το κλειδί. Έριξε μια ματιά τριγύρω, όλα όπως τ' άφησε. Βρήκε την πένσα και ξεκίνησε να κόβει το συρματόπλεγμα.

Για την ιστορία: Η Πιπίκα ήταν το μόνο σκυλί στον κόσμο που έτρωγε τα πάντα εκτός από μήλα,
Η πολλά υποσχόμενη Ζωζώ κατάφερε να μη μας δαγκώσει, όμως γαυγίζει ασταμάτητα την ώρα που της απαγγέλω στίχους αρχαίων ποιητών, ωστόσο εκδήλωσε την επιθυμία να αρχίσει μαθήματα βιολιού ....του έρμου.

30 Ιουλ 2011

εικασίες για έναν θαλάσσιο αγριόχοιρο


Το ζειν επικινδύνως είναι ένας λόγος να ζεις. Να στέκεσαι σαν αερόστατο με τη μοναδική αυθεντική σου παρουσία να διαγράφει τα όρια του του ιδιωτικού σου σύμπαντος σε ένα χώρο που διαρκώς εγκαταλείπεις κάθε φορά που αραιώνει ο αέρας. Να ζεις με τις λιγοστές αισθήσεις που σου απόμειναν, ν' ακούς, να οσφραίνεσαι μα να μην μπορείς να ξεχωρίσεις αν είναι θάλασσα ή ουρανός εκείνο το γαλάζιο που ολοένα πλησιάζει στο βαθύ του σκοταδιού. Μ' άλλα λόγια, ν' αντιμετωπίζεις τη νύχτα σαν μια ευκαιρία να οργανώνεις τους ήχους και τις μυρωδιές, μαθητευόμενος αρχιτέκτονας, χωρίς μια γραμμή να πιαστείς και ν' αρχίσεις, ακίνδυνος ωστόσο αγριόχοιρος για τα επιτηδεύματα της εμπορίας του χρήματος και της εξαγοράς του υποθαλάσσιου εργοστασίου παραγωγής σπάνιων αισθημάτων. Πρόφτασα εν μέσω γραφής, να φωνάξω το Νικόλα που επέστρεφε απ' την οικοδομή στις τρεις τα ξημερώματα. Ετούτος ζει επικινδύνως. Απλήρωτος για πέντε μήνες, σηκώνει στις πλάτες του το νέο κτίριο του εθνικού δικτύου τηλεπικοινωνιών. Αύριο θα μετακομίσει σ' ένα μικρότερο δωμάτιο. Αν χρειαστεί, θα επεκτείνει την παρουσία του στη δασική περιοχή πέριξ των προαστίων, με υψωμένα τ' αυτιά και το ρύγχος σε υπερδιέγερση. Κι ίσως τρέξει ως τη θάλασσα, να βυθιστεί αργά και μ' αξιοπρέπεια στον υγρό κόσμο των αινιγμάτων που πάνω στη σκαλωσιά δεν πρόφταινε καν να αντιληφθεί την ύπαρξή τους. Μήτε κι εγώ είχα ποτέ υποψιαστεί πως εκεί που σκοτεινιάζει το νερό, οι φυσαλίδες που ανεβαίνουν οδηγούν στο θαλάμι του άγριου θηλαστικού που στέκεται ανήσυχο κι απορημένο σαν το Νικόλα σ' ένα παγκάκι της πλατείας Συντάγματος, πρώτη μέρα στην πρωτεύουσα. Πολλοί ισχυρίζονται ότι έχουν δει την ώρα που νυχτώνει να ξεπροβάλλει στην επιφάνεια της θάλασσας ένα κεφάλι αγριόχοιρου στεφανωμένο με απολιθωμένα άνθη θαλάσσιας ορχιδέας. Άλλοι ειρωνεύονται τους προηγούμενους και υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει θαλάσσια ορχιδέα. Οι πιο πολλοί επιμένουν ότι όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από πνευματικά περιττώματα φαντασιόπληκτων ανθρώπων. Ωστόσο την ώρα που νυχτώνει, ανάμεσα σε μια απόμερη συστάδα βράχων, αναδύεται κάθε βράδυ με τιμές και παράτες, η Αυτού Εξοχότης, ο Αγριόχοιρος.

17 Ιουλ 2011

όταν η φύση εκδικείται την τέχνη


Ανοίγω τα στραβά κανιά μου και ξανοίγομαι απαράδεκτος από κάθε λιθάρι, άμμο και βράχο πυρωμένο που πατώ. Σαν να μου λένε τι θες εσύ εδώ, εδώ με γέννησαν απαντάω. Το ψέμα χρειάζεται για δυο λόγους: για να φυλαχτείς ή για να ξεγελάσεις. Καμιά φορά επίσης συμβαίνει να έχεις απομακρυνθεί τόσο από σένα ώστε κάθε φορά που προσεγγίζεις το μητρικό σου χώρο, να αισθάνεσαι σαν τον έκπληκτο πρωτευουσιάνο στο πανηγύρι του Αι-Μάμα. Ο λόγος που γεννιέται κανείς είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο αναρωτιέται. Και τώρα πρέπει ν' αποστηθίσω όλα τα μίγματα του αέρα, τις πατημασιές που σάρωσαν τα κύματα, για να εξασφαλίσω λίγη αξιοπρέπεια που μου επιτρέπει να περπατώ με την άνεση του ανήξερου παιδιού στην αθανασία της σοφίας των βράχων. Και σε μια κόχη που παγιδεύτηκε λίγο θαλασσινό νερό, να εξομολογήσω τα γλιστερά πεζοδρόμια της ζωής μου. Να ξεκαθαρίσω, θέλω να πω, την τελική μου εκλογή, πράγμα που φαντάζει τείχος αδιαπέραστο που υψώνεται απ' τις κλαγγές και τις τσιριμόνιες μιας τυπικής μέρας. Θα μπορούσα επίσης να μιλώ για ώρες για το ά-τεχνο, όπως ο κρεοπώλης που τεμαχίζει επιλεκτικά ένα προϊόν γέννεσης κρατώντας για τον εαυτό του τα πιο νόστιμα κοψίδια.
 Η φύση κάποτε εκδικείται τους άτεχνους εραστές της, με την ασάλευτη καρτερία της.

9 Ιουλ 2011

το ερημονήσι


Μες στην ερημιάς τ' αγέρι
όλ' αγιάζουνε με μιας
Πιάνεις του Θεού το χέρι
και στα κύματα ακουμπάς
σαν αγριοπεριστέρι

Γεια σας έχτρες γεια σας μίση
και γινάτι καθενός
Άμα βρεις το ερημονήσι
όλα τ' άλλα είναι καπνός
Μια φορά να το 'χεις ζήσει

Οδυσσέας Ελύτης


6 Ιουλ 2011

Γιάννης Ρίτσος - η Πατρίδα

Να φύγουμε-είπανε-δε νταγιαντιέται πια τούτη η μιζέρια
ο κακός θάνατος δε νταγιαντιέται. Και που θ΄αφήσουμε τους πεθαμένους,
τα κόκκαλα, τα σταμνιά, την καμπάνα; Αϊ, ο ίσκιος της ελιάς το μεσημέρι
τ΄ αμπελάκι κατάγναντα στο πέλαγο, τα βατράχια τη νύχτα.
Πονιέται αυτό το χώμα. Και ποιος θα διαφεντέψει
το σκυλί, το σπουργίτι, τ΄ αλώνι; Κείνο το πέτρινο χέρι
κομμένο από τον αγκώνα - τι να σου κάνει; Το καπίστρι
γερά το κρατάει, - μα την αξίνα, το κλαδευτήρι, το φτυάρι;
Κι αν πάρει ο αγέρας τ΄ άχυρο; Κι αν οι αντίχριστοι ξεθάψουν
την καραμπίνα απ΄ τ΄ αχούρι;- πού να πεις πια πατρίδα;
Κάτσαν στο χώμα βγάλαν τα παπούτσια τους λύσαν
τους κόμπους της πετσέτας φάγαν το ψωμί τους. Και τα ψίχουλα
τα μάζεψαν ένα ένα, τα ΄βαλαν στην άσπρη πέτρα
να βρει το μωρουδέλι χελιδόνι, μην ψοφήσει.
Κάναν το σταυρό τους. Δε φύγαν.

Συνελόντι ειπείν..

..Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ' εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω.

...Σ' αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, που οι περισσότεροι αδυνατούν, επί παραδείγματι, να εκτιμήσουν την υγεία επειδή δεν έτυχε ν' αρρωστήσουν, ή επειδή -το χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» την αρρώστια. Ο μηχανισμός μιας λειτουργίας όπως αυτή αντανακλά πάνω στη λογοτεχνία μας, την καταδυναστεύει, την υποβάλλει σ' ένα είδος παραμορφωτικής αρθρίτιδας, που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται ως η μόνη φυσιολογική.

..Και το ωραίο
είναι ότι σε τελικήν ανάλυση, τη νύφη την πληρώνεις εσύ, που βρίσκεσαι απ' τους απ' έξω. Δεν τολμάς να τραβήξεις μιαν από τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ένα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που ανεβοκατεβαίνουν στην κόλαση όπως στο σπίτι τους. Δεν κοτάς ν' αγγίξεις μιαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να «κάνεις πορεία» μ' έναν συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους.

..ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές· δυο τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι, ολίγες μέντες από δυο κοντά κοντά βαλμένες ανάσες, ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος, και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντοτε. Όλα όσα, μ' άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ.

Από τα "δημόσια και τα ιδιωτικά" του Οδυσσέα Ελύτη

Μάρκος Μέσκος, Ποιητής


















 Τελείωνε το ποίημα όταν πλησίασα.
(Ήταν αθάνατος ή όχι;)
Του μιλούσα κι αυτός έβλεπε πώς πίνουν νερό τα πουλιά
του μιλούσα κι αυτός έπαιρνε τη σάλπιγγα
να τραγουδήσει νεκρούς...
Του 'δειχνα τ' άσπρα μου μαλλιά μ' αυτός δε φοβόταν
τον θάνατο,
του 'λεγα να 'ρθεί μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ' τη θλιμμένη βροχή
μ' αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου
κι έφυγε κρύβοντας την παρουσία του στο πλήθος
όπως το λαβωμένο ζώο στο δάσος.

Από τη συλλογή Πριν από τον θάνατο (1958)

Αιέν Αριστεύειν

η κόρη, 20 στον "έλεγχο ακουστικών ικανοτήτων"
ο παππούς, 20 στο πιεσόμετρο

πώς αλλιώς;

εμείς στο σπίτι μας ήμασταν πάντα του είκοσι

4 Ιουλ 2011

νύκτωρ


Δεν έχει πιο νύχτα απ' τη νύχτα. Ούτε όταν τα φώτα ανάβουν και οι οθόνες μάς έλκουν ως υποψήφιους στόχους. Η προβολή του καθενός στην καθημερινότητά του, ας αφήσει και μια υπόνοια αβροφροσύνης έστω, στην πιο βαθιά του αντίθεση.

3 Ιουλ 2011

ρεβυθόκηπος


Ρεβύθια αγαπητέ κι ο ξεχασμένος ήχος της κουκουβάγιας. Και μια κωλοφωτιά που άλλοι τη λεν πυγολαμπίδα. Έτσι θα πρέπει να ξεκίνησε ο κόσμος, ούτε που θυμάμαι πώς. Κάθομαι ναυαγισμένος στη μικρή βεράντα, περικυκλωμένος από φυλλωσιές που δεν ξεχωρίζουν αν είναι κληματόφυλλα, μουριές ή καϊσιές κι ένα φως στην κολόνα που παριστάνει το φεγγάρι. Το σπίτι, η μάνα, τα παραθυρόφυλλα ανοιχτά κι ο μπαχτσές απαράλλαχτος. Ρεβύθια αγαπητέ τα μνημονικά σου που πράσινα τ' απολαμβάνεις κι όταν ξεραθούν θέλει χέρια γερά για να ξεριζωθούν.

29 Ιουν 2011

ο ύμνος της αγάπης - Καντάτα







ΚΑΝΤΑΤΑ ΣΕ ΤΡΙΑ ΜΕΡΗ
ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΚΑΙ ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ


26 Ιουν 2011

χαμόγελο παπαρούνας ΙΙ



...κάπως έτσι χάνονται και οι άνθρωποι
σαν τα δακράκια που τα σκέπασε μαρτιάτικο χιόνι
κι όταν μπει Απρίλης
άλλοι ανθίζουν κι άλλοι απλώνουν ρίζες εναέριες
περιμένοντας την τέλεια εναρμόνιση των ανέμων
να ζήσουν έτσι όπως πέθαναν

κάπως έτσι κι εγώ με τα φθαρμένα καλώδια και τα καμένα λαμπιόνια
στοιχηματίζω στο όνειρο
μην και προφτάσουν τα αδιάφθορα
τα διαυγή ενός φθισικού παράδεισου
που άοκνα θησαυρίζουν στις τσέπες μας


ο ποιητής οφείλει να αυτοαναιρείται
κάθε φορά που αντικρίζει το χαμόγελο της παπαρούνας

25 Ιουν 2011

χαμόγελο παπαρούνας

Σου γράφω σαν να χάθηκα κι εγώ
στον απόηχο μιας μπάντας από μελλοθάνατους στρατιώτες
ένα σακούλι με γράμματα άχρηστα
και ακαταλαβίστικα τσιτάτα

Μα πώς να πεθάνω αφού ακόμα δε γεννήθηκα
και ποιος θα νοιαστεί αν στ' ακροδάχτυλά μας
φυτρώνουν άγριες λέξεις;

Κάπως έτσι περιμένουν οι παπαρούνες τον αέρα που θα τις σκορπίσει
μια ζωή ολόκληρη για ένα σύντομο χαμόγελο
κι αυτό να μη φανεί αληθινό

Λοιπόν τα καταφέρανε να μας λυγίσουν σαν τις πρόκες στο τσιμέντο
κι αν βρεις μια γη που θα δεχτεί να μας σκεπάσει
δίκιο θα 'ναι να χωρέσουν κι άλλοι
με τους σταυρούς δεμένους στα ποδάρια
κορμιά με τα πουκάμισα ανοιχτά ίσια στο σκόπευτρο

13 Ιουν 2011

ένα αδέξιο ποίημα

Δεν είχα ποτέ ανάγκη να γράψω ένα ποίημα. Ποτέ δεν είχα αυτό που λένε έμπνευση. Μα εκείνο ερχόταν απρόσκλητο σαν ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, ένας ενοχλητικός μουσαφίρης σε μια σελίδα που έπλεε πάλλευκη. Βδομάδες ολόκληρες ή και μήνες, ένα ενοχλητικό πετραδάκι στο παπούτσι, ένα αδέξιο τράβηγμα απ' το μανίκι, ένα ποτάμι λέξεις και μετά... τέλος. Σαν ξαφνική νεροποντή, λίγο πριν τον πνιγμό έκλεινε τους κρουνούς και χάνονταν τα νερά στις χαραμάδες.

Απ' το παράθυρο βλέπω τον κόσμο να κυλάει στην ώρα του. Τα επίκαιρα και τα τρέχοντα, η απαλή βύθιση μιας απεγνωσμένης μέρας. Δεν με ηλεκτρίζει πλέον η οθόνη ούτε οι πρωταγωνιστές της, ούτε τα παραγωνίσματα για μια προσωρινή λάμψη. Τι θαύμα! Η ησυχία η απρόβλεπτη μετά την έκρηξη των ηφαιστείων, τα κεραμίδια σταμάτησαν να στάζουν, μούδιασε μετέωρο το ποδάρι μου, διαλέγω ένα ένα τ' άρματα, καιρός για έξοδο ηρωική από ένα μέλλον χωρίς παρελθόν.

12 Ιουν 2011

πίσω στα βιβλία..



Πάει καιρός που άνθιζε δια μέσου οπτικών ινών η πορτοκαλέα των συναντήσεων στους αιθέρες των αερόνυμων προσδοκιών. Όποιος πρόλαβε να χαρεί, χάρηκε. Ακολουθεί η ανεπιθύμητη διαπίστωση: Τίποτα δεν άλλαξε παρά το μέσον.
Τα εγγόνια μου μπορεί να ειρωνευτούν την τεχνολογία e-book όταν θα έχουν ολόκληρη την εθνική βιβλιοθήκη εμφυτευμένη σ' ένα σκουλαρίκι, ακούγεται άμεσο δημοκρατικά, μα διάολε, αρνούμαι να γίνω συνδρομητής. Θέλω να παραμείνω ιδιοκτήτης!

Σ' ένα ωραίο φιλμ που κυκλοφορεί, θα μπορούσαμε λέει να μην είχαμε αναγκαστεί να αγοράσουμε δικιά μας μηχανή του γκαζόν, αλλά να υπάρχει μία κοινής χρήσης που θα μπορούσαμε να δανειστούμε για λίγες ώρες και μετά να την επιστρέψουμε στη σχετική υπηρεσία. Σιγά τ' αυγά παράλληλε ταξιδιώτη, εμείς δανειζόμαστε του γείτονα και ξεχνάμε να την επιστρέψουμε κι όταν αυτός παραπονιέται ότι δε παίρνει μπροστά, του ζητάμε και λεφτά για τη βενζίνη.

Το βιβλίο όμως.. ιδίως εκείνο που αγόρασες όσες φορές το έχεις χάσει... και το ξαναβρίσκεις με τα τσακίσματα, τις επισημάνσεις, τα ραντεβού που σημείωσες και μετά από χρόνια δε θυμάσαι αν στοίχειωσε, είναι το δικό σου, όσα κόπι πέιστ και να κάνεις κανένα δε θα σου επιστρέψει τη ζωή σου.

Υστερόγραφο: (Ανασκαλεύων και ενθυμούμενος τις της μητρός μου παραινέσεις)

Σ' ένα τσουβάλι στην πάλαι ποτέ κατοικία των παιδιόθεν επωνύμων αγελάδων,
η αρχαία σκόνη των γαλάζιων τετραδίων της Β' Δημοτικού...
Τα εγγόνια θα ψάχνουν τα δικά τους σε κάποια τοποθεσία του διαδικτύου ελπίζοντας να μην έχει καταργηθεί..

Συμπέρασμα: Αγόρασε ένα βιβλίο. Είναι φτηνό και θα είναι δικό σου..

τα αζήτητα της ευγηρίας

Νομίζεις, ότι τρως, ότι ακούς, ότι διαβάζεις, πως φυσάς δεξιά κι αριστερά να σβήσουν τα κεριά, να ονειρευτείς επιτέλους μια νύχτα σκοτεινή χωρίς εσένα, xωρίς τα κλαψουρίσματα απολεσθείσας μήτρας.
Νομίζεις, άρα υπάρχεις στο ύψιλον και στο ωμέγα αφού κιότεψες στο πρώτο σου άλφα, εκεί που στα καίρια των λέξεων δίστασες ν' αποτυπώσεις την αγωνία σου και την κρατάς παραμάσχαλα εκλιπαρώντας την εύνοια των καιρών. Αλλά, φευ! Ο παράδεισος παραδόθηκε άοπλος στην καταιγίδα των υστερισμών και των αναγκαίων αγαθών, μέχρι που να πεις θα φτάσω, κάτι σε σπρώχνει και πάλι απ΄ την αρχή. Α, το πέρασμα, εκείνο το απλησίαστο μονοπάτι, που όταν το βρεις πάλι διστάζεις, είναι βαριά η καταδίκη, με μια λέξη μπαίνεις στον παράδεισο, με όλες τις άλλες υφαίνεις την κουρελού του τελευταίου σου ασπασμού, πιότερο να φτύσουν στον τάφο σου, παρά να σε πηγαίνουν πέρα δώθε, στα αζήτητα της ευγηρίας. Όχι ακριβώς, θα απαντούσες, η σιδερογροθιά των λέξεων αφήνει παράθυρα ανοιχτά, φως ασπρόμαυρο και μια υποψία πένθους για κείνο που έρχεται μα δε φτάνει κι όλο γυρίζει ο κόσμος μέχρι να νυστάξει, να κοιμηθεί.

4 Ιουν 2011

Η παράσταση αρχίζει..



η παράσταση αρχίζει
και η οθόνη φωσφορίζει
κι από μπρος μου ένας ένας
απροσκάλεστοι περνούν
ευτυχείς σημαιοφόροι
βραχνιασμένοι κανταδόροι
στη ζωή μου ασελγούν

όλοι θέλουν να με σώσουν
από μένα να γλιτώσουν
και σαν στοργική μητέρα
απ’ την πόρτα κρυφακούν
ευγενείς κονδυλοφόροι
της ανάγκης μισθοφόροι
τη ζωή μου ξεπουλούν

όλα γύρω μου αλλάζουν
με γελούν και με τρομάζουν
με μια γλώσσα δίχως λόγια
για παράδεισο μιλούν
μασημένη η τροφή τους
για τη νέα εποχή τους
να με πείσουν προσπαθούν

κάποια μέρα θα ξυπνήσω
κι όλους θα τους εξηγήσω
πως δε θέλω άλλο πλέον
τη ζεστή τους αγκαλιά
τα σημάδια μου θα σβήσω
και την πόρτα μου θα κλείσω
δίχως ήχο και μιλιά

η παράσταση αρχίζει
κι η οθόνη φωσφορίζει
μέχρι το έργο να τελειώσει
εγώ θα ‘χω κοιμηθεί
κοίτα να ‘ρθεις πριν νυχτώσει
η εικόνα πριν παγώσει
και το όνειρο χαθεί

δίσκος: "Ο παράδεισος μακριά" - 2007
όταν η θρυλική μεσαία τάξη έπαιρνε τον υπνάκο της
ευδαιμονούσα  σαν τα ναυτάκια στη Χαβάη το '41.  

17 Απρ 2011

αμίλητο νερό















Αύγουστος, ζέστη / αγκομαχούσαν τα μουλάρια φορτωμένα μηχανήματα / οι τεχνικοί της κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης αναρωτιόνταν / πού μας πάνε οι τρελοί / ό,τι κατσάβραχο, αδιάβατο, το ανεβαίναμε τα καλοκαίρια τα αλάνθαστα / η μυρουδιά της αρχαίας πέτρας /  η αγάπη η δική μου έχει φύκια για μαλλιά / εκστρατεία για το θεριό που κείτουνταν στη θάλασσα / να σου 'δινα λίγη απ' την ανάσα μου / να πάρουμε πάλι την ανηφόρα

6 Απρ 2011

νύχτα ψηλαφητή


Πλησιάζει κατά πως φαίνεται εκείνο που λαχταρούν οι άνθρωποι είτε στον ξύπνιο, είτε στον ύπνο τους. Και πώς να ψέξει κανείς το ανήμπορο; Η ατομική κλίμακα του καθενός προστάζει την υπεροχή, οι ξεθυμασμένοι προστάτες του δημόσιου βίου ακινητοποιήθηκαν στη μέση της διαδρομής, ο πολιτικός νους αποκοιμήθηκε στις παλιές ευκολίες της κυνικής αποκάλυψής του, πόσο θα κρατήσει άραγε ετούτη η νύχτα; Δε γυρνάει το κόζι πια ούτε ζερβά, το ψηλαφητό επίγραμμα δεν διαβάζεται με αρχαίους κώδικες, κανείς δεν ευνοείται από τη συνέχεια του γραμμικού του χώρου, της αληθινής διάστασης της ψυχής του.

Πλέκω με λόγια αυτά που δεν ξέρω με τις λέξεις. Ο ευλογημένος χώρος των υποθέσεων χαρίζει στον καθένα ένα ποσοστό ευγηρίας με την ασφάλεια που παρέχει η ελεγχόμενη αυτογνωσία. Μα τι ο άνθρωπος από ένα ημιτελές σύμπαν; Γνωρίζω μόνο ελάχιστα μα αυτά που ξέρω είναι έτοιμα να αναμετρηθούν με το μέγιστο. Ο Ένας απέναντι στο μεγαλείο των αντιθέσεών του. Ο κορμός ενός δέντρου αντιμέτωπος με την καρποφορία του. Η σιωπή ενός βουνού με το θόρυβο ενός αεριωθούμενου. Ο άστεγος μετανάστης με τη θέα ενός κάδου σκουπιδιών. Δεν πλησιάζει κανείς στο λάκκο που βράζει ο ασβέστης, ωστόσο ποιος θα βρει το θάρρος να πει, μια σκνίπα είμαι, ένας λαμπτήρας πυρακτώσεως μου φτάνει για καώ με γενναιότητα;

Μια απότομη στραβοτιμονιά, μια επαγωγή στα φθαρμένα καλώδια, ένας κόσμος γεμάτος παραθυρόφυλλα και λεμονιές, η γλυκύτητα της ανυπαρξίας.

2 Απρ 2011

Suite sur une idée fixe



Costas Bravakis - Suite sur une idée fixe

Έργο σε τέσσερα μικρά μέρη με παιγνιώδες ύφος και έντονη δραματικότητα. Είναι βασισμένο στην αγωνιώδη προσπάθεια του συνθέτη ο οποίος σε όλη τη διάρκεια του έργου καταδιώκει το διάστημα της τέταρτης αυξημένης με σκοπό την τελική του λύση. Η έμμονη ιδέα του κορυφώνεται στο τελευταίο μέρος, όταν στο φινάλε επιστρατεύει όλα τα μέσα, ακόμα και συγχορδίες αυξημένης έκτης σε ένα ανηλεές κυνηγητό, μα λίγα μέτρα πριν, το απ' το Μεσαίωνα ακόμα καταδιωγμένο τρίτονο διάστημα, κατορθώνει να ξεφύγει και να γλιτώσει την οδυνηρή πτώση.

Δημοτικό Θέατρο Θέρμης, Θεσσαλονίκη 30 Μαρτίου 2011
Idée Fixe ensemble - Conductor: Dimitris Dimopoulos

24 Μαρ 2011

..λιτότης



Ακριβή παραγωγή Σεργκέι
Τρία πορτοκάλια με τέτοια κρίση δεν μπορούμε να καλύψουμε
Κι ο έρωτας δεν πουλάει πια
Εδώ η Ιζόλδη έβγαλε τον Τριστάνο στο σφυρί

22 Μαρ 2011

τα γκρίζα της Ερμίας


(Β.Κ., νερόχρωμα, 2009)

βρέχει στον ύπνο μου μεθυσμένα νερά -
οραματίστηκα έγκαιρα, χωρίς να ειδοποιήσω.
από το όνειρο με το λευκό πουκάμισο
ως τη περιπλάνηση τυφλής οδοιπορίας - ήξερα :
θα ανηφορίζαμε ακατάπαυστα μέχρι να ψυχθούμε

θα λείπω από σήμερα, σκέφτηκα
είναι αστόχαστος ο καιρός
και η αλήθεια είναι καμπύλη.

*
σε ακρότητες αντίστροφης προοπτικής διαστέλλεται η κτήση στον έρωτα.
σπασμός που ταλαντεύεται στο εδώ σου - στο εκεί - αυταπάτη συνενοχής
σε μυστικά αιώνιας αντήχησης.

όσο σκωρία έλασης
άσπρου και μαύρου η άμεση ζωή.

*
τινάζεις τις σταγόνες από τη βροχή - επαίτης και φεύγουσα -
από τα γκράφιτι της όρασής σου
δε λέω - μετριέται ο χρόνος
ανατοκίζεται βεβηλώνεται θριαμβεύει σε τόπους πειρατείας
λατρεύεται ως την αυθαιρεσία της βεβαιότητας ενός τίποτα με βλέψεις όλου

φαιδρή διακωμώδηση συν - ουσίας

*
σπαταλιέται το χρώμα σε προκλήσεις
ένα παιχνίδι μορφών - μίγμα τύχης
ελάχιστο απόθεμα χάους, για ανακύκλωση

*
το προφανές δεν περιγράφεται εύκολα - όπως γράφεις σε νοτισμένο τζάμι..
ανάλογα με τη γωνία που το κοιτάς, ας πούμε καθισμένος στο πίσω αριστερά κάθισμα του τραμ, βλέπεις μια λέξη..
από το κέντρο δεξιά ξεχωρίζεις το περίγραμμα μιας χορεύτριας του Ντεγκά..
όρθιος μπροστά αναρωτιέσαι αν είναι μια εξίσωση .
ο χώρος είναι περιορισμένος όπως και ο χρόνος, όπως και τα μυαλά,και η αντοχή.
χωρίς περιορισμούς ο φόβος.  και η αλλοτρίωση.  και η εκούσια τυφλότητα.
η προμελετημένη αισχρότητα.
τα εικονογραφημένα αξιώματα χάνουν συνεχώς την ισορροπία τους . πέφτουν απο το γενικό στο ειδικό και τ΄ αντίθετο.
χρόνια τώρα, ίδια δημόσια έκπληξη, ίδια χονδροειδής
εξομοίωση των αλλοτρίων, απαράλλαχτος κρετινισμός υποφέρω πια από χρόνια φαγούρα.
το μαύρο άσπρο και με απόλυτη φυσικότητα μέσα σε λυρικές μπλόφες και τσαρλατανισμούς για να γίνεσαι μόνιμη ρεζέρβα και συνένοχος της βλακείας.
απλώς, ζήτημα σκηνοθεσίας.

*
στις λέξεις που η ψυχή δεν ριζώνει
στους φθόγγους και στα νεύματα-
οι λάμψεις της αντήχησης του έρωτα.
στις παρεκτροπές ενθρονίζεται-
ανάσα οριακής ταλάντωσης
δεμένος σε έκσταση καταστροφής.

*
ένας αέρας πηχτός
με πόρτες ορθάνοιχτες
που δεν διαβαίνεις να αναπνεύσεις

*
σφυρίγματα αποδοκιμασίας σε τακτοποιημένο αμετάβλητο
καρφιτσωμένο στη γλώσσα σου.
όσο πλαταίνουν οι νύχτες,
παράσταση σε τυφλά μάτια, "ο καραγκιόζης αστός".

στη σπατάλη του λόγου
σκέψεις κομμένες στρογγυλές .

*
όταν γίνομαι εξαιρετικά ηλίθια για να σκέφτομαι πως αν οι λέξεις ήταν κατανοητές από όλους και όλοι μπορούσαν και ήθελαν να τις τοποθετήσουν εκεί ακριβώς που θα ταίριαζαν με το νόημά τους, φτάνω στο αποχαλινωμένο συμπέρασμα πως δεν θα χρειαζόταν να χάνει κανείς διαρκώς την ισορροπία του σ΄ αυτό το γελοίο τσάρλεστον που ζούμε..
αμέσως μετά ψάχνω τα κοινά σημεία της λέξης "ιδιώτης" με τη λέξη "ανόητος"..

*
τι να γράψω για ζωγραφική και μοντερνισμούς με τέτοια κατιούσα ανηθικότητα που με καλεί να μη σκέφτομαι και να φρονιμέψω γιατί θα με κάνουν da-da οι ευρωπαίοι "φίλοι".
καιρό τώρα είχα πάθει κράμπα στον δεξιό ώμο με όσα άκουγα και κατάντησα να συγχέω τα μαθηματικά με τα λαϊκά άσματα αλλά με όσα έχω ακούσει και διαβάσει την τελευταία εβδομάδα αντιμετωπίζω τις σκέψεις μου σαν ψείρες που άδουν παραπαπαμ αφέντες!
σκέφτομαι να κάνω πρόβες στο "εμπρός της γης οι κολασμένοι" και αναζητώ συνθέτη για μιά πιό τζαζ εκδοχή..

*
oι εξάρσεις με σαρκάζουν
με αποκοιμισμένη ή ξύπνια ψυχή
όλα φεύγουν και επιστρέφουν
σε ακτίνες μαντάτων.
ν΄ ακούς – ν΄ ακούς, λένε
και παλιώνουν στη δική τους σιωπή.

θέλω τη νύχτα να γίνει διπλή η σελήνη
και οι άγνωστες γλώσσες , δικές
αναγνωσμένες και καινούριες μαζί
θέλω ένα κίτρινο τραγούδι της σκέψης:

θα γίνουμε,
θα ελαφροπατήσουμε
θ΄ ανασάνουμε
θα ντυθούμε..

*
στη μέση τού ουρανού
πώς μέχρι εκεί και από το πού
δεν θυμάμαι..
θυμάμαι το νερό να καίγεται
σαν υστερόγραφο μέσα στα μάτια
στη μέση τής θάλασσας
έως το σήμερα,
ζωγραφισμένο στη παλάμη μου

*
στα σχήματα τού νερού παρά ταύτα αντιστέκομαι
στη χρονιά τού απτού με χέρι μαξιλάρι.
σωρεύοντας χαλίκια στο δέλτα και στον καθαρό βυθό,
στο μεταξύ τού φανερού και τού βλέμματος.
ο χρόνος τού κλήδονα δαγκώνει τα κέντρα βάρους
τι παίρνει τι σαρώνει τι τελειώνει
παραμονεύει να δείξει τη φτήνια του.
το σημάδι εντός, πρυμνήτης αισθήσεων
ξυστά τής όχθης - στο νερό το αγνάντεμα.
κι η θραύση τού χρόνου περικυκλούσα τού τόπου μου
ηχώ μόνη τής νύχτας των κυματισμών
με απορροές γεγονότων που φυγαδεύουν τη σκιά τους.
στο τελωνείο που άφησα τις διαθλάσεις των λάμψεων τής σελήνης
εξομολογούμαι το αμάρτημα : θεραπεύομαι οίκοι.
δεν συμμετέχω, δεν πορεύομαι, δεν διεκδικώ
αναζητώντας τάχα τις τέχνες που χρωματίζουν
τους καπνούς και τις λάμψεις των δρόμων.

*
Στην εποχή τής απραξίας,
ντουλάπες με καθρέφτες οι είσοδοι τών ονείρων
Τυφλοσόκακο η φυγή, για πού.
Η ζωή είναι γεγονός-
ασημένιο κουταλάκι για αψέντι.
Αποδημητικές οι λέξεις-
συστάδες νεύρων,
οι συνταγές τού καινούριου σκοπού.
Στη παρέλαση ολόκληρου τού κόσμου
διαβάζω μιά μοίρα νεφών σε χάρτινα ηλιθιοπωλεία
ακατάβλητη κι αμέτοχη,
παρεγγελιοδόχο ψεύτικων ποιημάτων-
διφορούμενων σονέτων
για θερμογενείς χίμαιρες.
Στην υγειά τους , το κρασί τών εραστών-
μοναδικός λόγος για να τρομάζω πολύ.

*
στον ίλιγγο της καμπύλης
δοκιμάζεις φτερά που δεν είχες
και μέτοικος καίγεσαι
χωρίς μάχη, χωρίς αγγεία
στη σαγήνη του κόκκινου.
στη κόψη της σκέψης
κοιτάζεις και κοιτάζεσαι κατάματα
στην κλεψύδρα του τώρα.
τα δάχτυλα ζωγραφίζουν υγρή τη λέξη
καρδιάς πολύεδρης
σε τελάρο λερό που εκρήγνυται
για να σκορπίσει ασυγκράτητο,
για να επιστρέψει
στις ρίζες του μυαλού.

*
μιας λέξης ταξίδι

μπλεγμένο σε όστρακα και πέτρες

με είσοδο ελεύθερη στα όνειρα όλα.

να μείνει,μη χαθεί
φω ς- μην απορείς -
να δέσει
μνημεκτομή χρωμάτων
και αθωώσεις μοιραίες.

μέσα στο νηπιακό κεφάλι μου
γέρνει κάποιες μέρες ένα κυπαρίσσι.
το προδίδει μια κάμψη τής κορυφής
όταν φυσούν βοριάδες
σφυρίζοντας στ΄ αριστερό αφτί.
καταπίνω κυπαρισσόμηλα
ξεχνάω ν΄ αναπνεύσω
αποθηκεύω δρόμους
σε αυριανές μνήμες.
κουλουριάζομαι μ΄ ένα χρόνο κίτρινο
στο κέντρο και ισιώνω τα φτερά μου'

(πολύ χρώμα για το τίποτα)

*
στων αισθήσεων τις βροχές
είκοσι εικόνες ώχρας
με φόντο νεροκηλίδες
στο πρόσωπό του.
ξεναγήσεις προσμονών
σε καμβά υστερόγραφων
τών μεσημεριών
αφημένων
σε δυο δάχτυλα κόκκινο κρασί
αστραπή χρωμάτων στο χάος
του άσπρου.

*****
Στην πλώρη, ομοίωση άναρθρη - απαράλλαχτη φανερή
αφήνομαι δίχως λύτρα.
Στο σίδερο, στο νερό - υπνοφόρα πλάνη έμπεδη βουβή
ξοδεύομαι σαν προφητεία.
Χτενίζω χρώματα στροβίλων
μύθους αποσπώντας ανέτοιμους
ταξίδια ισοφαρίζοντας με χάσκουσες αντοχές
ακονισμένες εκπλήξεις στο κίτρινο.
Οι ρόμβοι των εικόνων αγνώριστοι-
δεν υπάρχουν στη γραμμή τού ορίζοντα.
Ανηφορίζουν οι γραμμές φυγής έναυλες χωρίς εμένα.
Απαγορεύω τη σήμανση των ονείρων
κρατώ τούς ριπιδισμούς τού κόκκινου μόνο για μένα.

από τα "γκρίζα" της Ερμίας


19 Μαρ 2011

Ο μικρός μεγάλος κόσμος της κυρίας Όλγας

Και τι με νοιάζει εμένα
φώναξε η κυρία Όλγα
δεν πα' να χαθεί ο κόσμος
θα χαθώ εγώ πρώτη
να του τη σπάσω

13 Μαρ 2011

στικτογραφίες
















Georges Seurat - Circus Sideshow 

Απ' αρχής του ένα μονόκλαδο
να κρέμονται απάνω του οι νυχτερίδες
Ένα κομμάτι πέτρας ήταν αρκετό για να φυτρώνει
και να ξαναφυτρώνει ώσπου
να πιάσει ρίζα να σηκωθεί στον κόσμο
Ύστερα να ρίξει φύλλα
μα πού να χωρέσουν τόσοι γυμνοσάλιαγκες;

Έτσι αποφάσισε να γίνει τροχονόμος με την ελπίδα
ότι κάποιος πρωτάρης θα τον παρασύρει

*
Ψηλός
μαυριδερός
τραγιάσκα
κάθε τόσο έσκυβε και μάζευε αποτσίγαρα
τα πιο μεγάλα
τα αριστοκρατικά
με κοίταξε με ένα βλέμμα που έλεγε
νομίζεις
εγώ ανθρώπους μαζεύω
τα φιλιά και τις ανάσες τους

*
Ο πατέρας μου μετανάστης
ο θειoς μου μετανάστης
όλο το χωριό μετανάστευσε
λέω να κάτσω εδώ να τους περιμένω

*
Στο σπίτι μας είχαμε τρία δωμάτια
μέναμε στα δύο
το τρίτο πάντοτε άψογο
ήταν της υποδοχής
κανέναν δεν υποδεχτήκαμε
εκτός από τη μάνα μου

*
μη διαβάζεις τους μικρούς
άκου τους μεγάλους
είπε η μαϊμού και σανίδωσε το γκάζι

*
Αφού διαβάσεις το βιβλίο
προσπάθησε να το διαβάσεις ανάδρομα
ύστερα ανάστροφα
πάνε χρόνια που μας πήρε χαμπάρι ο Σένμπεργκ
και μας μούντζωσε

*
είσαι ο αγαπημένος μου νέος ποιητής
ψιθύρισε στ' αυτί
Είναι και ο Χρόνος
μουρμούρισα
δε μου διαβάζεις λίγο μπας και νυστάξω;

*
Όταν πεθάνω
παραγγείλτε μου μεγάλη κάσα
να χωρέσουν τα βιβλία που στρίμωξα στη βιβλιοθήκη
τάχα μου βιβλιόφιλος

22 Ιαν 2011

Αν ήμουν φθόγγος μουσικός

Αν ήμουν μουσικός φθόγγος, θα περιόριζα την ευτυχία μου στην τυχαία επιλογή εκείνου που με διάλεξε να με ακούσουν. Θα προτιμούσα χώρο βαθύφωνο, ένα κόντρα φαγκότο, ένα μπάσο κλαρίνο, αλλά ποτέ τον ήχο του γοητευτικού βιολιού ή του πλαγίαυλου. Θα κλείδωνα τον ήχο μου σ' ένα υπόγειο θαυμάτων, θα έχτιζα ένα κόσμο βαθύ κι εκεί θα καλούσα τους φίλους μου, ένα βαρέλι, μια κανάτα, αλλά ποτέ τα φλυτζανάκια που αιωρούνται στις υψίτονες περιοχές της της κάλυψης του ελλειμματικού συναισθήματος. Θα ήμουν μια ζαλισμένη δοξαριά, μια αντιπαθητική μυίγα στίς αίθουσες συναυλιών, μα πάλι η γοητεία της ιστορίας, ποιος δεν κοιμάται ακούγοντας τα καναρίνια να τιτιβίζουν, το βαθύ νερό που ολοένα πλημμυρίζει το δωμάτιο και οι σοπράνες γάτες του δεκέμβρη, θα επέλεγα λοιπόν μια ενορχήστρωση, το φλάουτο να παίζει μόνο στο χαμηλό ντο, το βιολί στο σολ, το κλαρινέτο στο ρε, να τιμωρήσω την τρομπέτα, στο ψηλό ντο και να κουρντίσω το βιολοντσέλο σε τέταρτες. Θα ησύχαζαν επιτέλους τ' αυτιά μου απ' τα ορνιθοσκαλίσματα των μουσικοδιδάσκαλων που βήμα δε χάνουν να μου απαγορεύουν τις “φριχτές τριτονίες” των μη επιθυμητών συνηχήσεων.
Πάντως όπως και να 'χει, θα ήμουν ένας φθόγγος υπάκουος, όταν θα έφτανε η σειρά μου, απορία ψάλτου βηξ, δέκατο τέταρτο αναλόγιο, ποιος κουφός μαέστρος θα προσέξει τη λευκή μου απεργία;

23 Δεκ 2010

της θυγατέρας



ούτε μια κρούση
ούτε μια συνάντηση μετάλλου με το βαμβακερό του είδωλο
μικρές κόκκινες φωνές ανάμεσα σε συμπαθητικές χορδές
ένα μπαρόκ λαούτο ανεκτίμητο
κι ένα μαδριγάλι αόρατο
κι ανάμεσα στην ανθισμένη αντίστιξη
ένα αλτάκι με δάκρυσε

αφιερωμένο στη μικρή μου θυγατέρα
που απόψε σολάρισε στο μεγαράκι, όπως της αρέσει να το λέει,
κι όταν γυρίζοντας σπίτι τη ρώτησα πώς σου φάνηκε, μπαμπά πεινάω

8 Σεπ 2010

the specificity of reading

Στάθηκα, σχεδόν σκόνταψα σ' ένα καλοτυπωμένο βιβλίο, με μαλακά τα φύλλα, ευκρινείς χαρακτήρες, δίπλα δίπλα οι λέξεις ταιριασμένες μία μία, καλοσιδερωμένο κυριακάτικο πουκάμισο.
Θα νύσταζα φαίνεται γιατί εστίασα μακριά κι άρχισα να διαβάζω τα κενά ανάμεσα στις λέξεις,
Τότε αποκαλύφτηκε το στερεόγραμμα της ψυχής του ανυποψίαστου συγγραφέα. Ένα εικαστικό παραλήρημα. Τότε σκέφτηκα, καλύτερα κανείς να μιλά παρά να γράφει, ποιος θέλει να κοιτάνε οι άλλοι στην ψυχή του; Μα σε ποιον να μιλήσω, και μήπως έχω τίποτα να πω; Καλύτερα λοιπόν να γράφω, με την ελπίδα ότι κανείς δε θα νυστάξει με τα γραφτά μου

4 Σεπ 2010

Μάριτσα

Κάπως έτσι εδώ
μακριές ουρές με λόγια ασύρματα
πολυώροφα αγάλματα μαυριδεροί αγκώνες
μια αρμαθιά γδαρμένα γόνατα η άσφαλτος
ουλές από κοντά βαριά ποδάρια
δε μοιάζουν με τις πατημασιές στις όχθες της μάριτσας
τ’ αφράτο κοκκινόχωμα κι ο κούκος στα καβάκια
να προσκυνούν τα ηλιοφέγγαρα τον Αύγουστο

Εδώ δεν έμεινε ούτε ένας
που να μιλάει τη γλώσσα των πουλιών
μια υποψία ζώου
τους γνέφω, τους μιλώ
περνώ από μέσα τους
μα εκείνοι βιάζονται να κόψουν το νήμα
να προφτάσουν την αθανασία

Εδώ κανένας δεν πιστεύει
πως την ώρα που οι κορφές ανθίζουν
τότε πρέπει με το σβανά να τις θερίσεις
για να καρπίσει αραβοσίτι η ανθρωπιά σου
να κατεβείς μια και καλή από το βάθρο
και να χαθείς κοκκινοφτερίδα
στα πράσινα νερά της μάριτσας

2 Σεπ 2010

τώρα τι λες

«Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες»

μανόλης αναγνωστάκης

ΕΝΩΠΙΟΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

Θα πεθάνω
έχοντας αξιωθεί να ψηλαφίσω
το μεγάλο μυστήριο της μοναξιάς.
Δε θ’ αναρωτηθώ αν άξιζα τέτοια διάκριση.
Ότι μου δόθηκε, μου είναι αρκετό.
Και θα μου επιτρέψω μια μόνη έπαρση.
Ότι του παραδόθηκα
σχεδόν αμαχητί.
Πριν, όμως, θα ζήσω!

( χειροκροτήματα και ιαχές )

Μιράντα Παπαδοπούλου

1 Σεπ 2010

ο στρατιώτης ποιητής

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε ἡ ζωή μου

Τὴ μιὰν ἡμέρα ἔτρεμα
τὴν ἄλλην ἀνατρίχιαζα
μέσα στὸ φόβο
μέσα στὸ φόβο
πέρασε ἡ ζωή μου

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυροὺς
σὲ μνήματα
καρφώνω

Μίλτος Σαχτούρης

31 Αυγ 2010

Τρυφερότητα

Ηλικιωμένη ήταν. Καθόταν πάντοτε εκεί, λίγο πριν την Αγίας Σοφίας. Μαυροντυμένη, με μαντίλα στα μαλλιά. Και με ένα οίδημα κάτω από το πηγούνι, σαν πελεκάνος. Η κοπέλα γύρω στα είκοσι, ξανθούλα και γλυκιά. Της έδωσε χρήματα και ένα ζεστό κουλούρι. Έκλαψε η γιαγιά. Τη φίλησε. Είπανε λόγια λιγοστά, γιατί δεν πάει στους γιατρούς, δεν έχω … Κι έκλαιγε η γριά. Η κοπέλα έφυγε. Έβγαλε από την τσάντα της αντισηπτικό μαντιλάκι και σκούπισε το μάγουλό της. Την αναζήτησε ύστερα από λίγες μέρες. Δεν ήταν στη θέση της. Στο διπλανό μαγαζί δεν ήξεραν.

Η γριά δεν φοράει πια μαύρα ρούχα και μαντίλα. Είναι σε ένα ωραίο πάρκο. Την οδηγεί σκύλος άσπρος με γαλάζια μάτια, να μη φοβάται. Κρατά στο χέρι της ένα λωτό, να λησμονεί τις δυσκολίες του παρελθόντος. Και ένα ολοστρόγγυλο κουλούρι, να θυμάται πως γνώρισε την τρυφερότητα.

Κούλα Αδαλόγλου
από τη συλλογή Διπλή άρθρωση, 2009

25 Αυγ 2010

Συλλογισμένο ρόδο

Φύλλο φύλλο
πέταλο το πέταλο
ακόμα να κρυώσει το θαύμα
ηχούν ακόμα οι τελευταίοι φθόγγοι πριν με παραδώσουν
τετράδιο αναγνωσμάτων
σ' ένα δρόμο παλιό απόψε
με μάτια πυρκαγιά απέναντι
στο τίποτα που έρχεται ή στο τίποτα που φεύγει
γεύση ρόδου σιωπηλού
από κάτω η μηχανή αλέθει το χρόνο
μα αυτός ακόμα ξεμακραίνει
έπιασε θάλασσα δεξιά κι αριστερά βαρδάρης
τα ίχνη ακολουθώντας
εκείνα που έσβησε ο καιρός
κάτι από σύμπτωση ή από τύχη
θ' ανταμώσουν οι σκιές
κι απ' την αρχή θα γεννηθούν

24 Αυγ 2010

υπνοπαιδεία..



εισηγούμαι βαθιές εκπνοές πριν ξυπνήσουμε - αν ξυπνήσουμε

από τα γκρίζα της Ερμίας

13 Αυγ 2010

Αδικαιολογήτως παρών

Σ’ ακούω και γράφω
με το ΄να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή

θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;

και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και στων βουβώνων τους ιριδισμούς

σ’ ακούω κι αντιγράφω απ΄ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη

σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα
λευκές σημαίες
με γλωσσικούς ερματισμούς και ξέφτια ηλιογραφίας
προσανάμματα κατάλληλα
για θαλπωρή οικογενειακής εστίας
ομολογώ το ανειδίκευτο θάρρος
σε έργα υψηλής οδύνης
και πέφτω σαλπιγκτής στο πεδίο της μάχης
ανέραστος του αίματος

σ’ ακούω και ζωγραφίζω την κλίμακα του λευκού
με πορφυρές επισημάνσεις
από μια μύτη μολυβιού
που δε χωρατεύει όταν πληγώνει
αναγνώστης εμπύρετων στίχων
απρόσκλητος επισκέπτης σε δείπνο ασκητικής
και μαύρο ασυμβίβαστο μελάνι

σ’ ακούω και ξοδεύω
τους κόκκινους σηματοδότες
αδέσποτη σφαίρα με λυμένο χειρόφρενο
και την κατάρα της χοντρής περιπτερούς
κουβαλώ μαζί μου τον τροχονόμο
μια υστερική σπίντο σοπράνο
ένα βουλευτή με το σωφέρ του
και ίσως μια ροδακινιά

σ’ ακούω και υπογράφω βεβαιότητες
έχασα όλες τις μικρές εμπειρίες θανάτου
αν μπορείς να αναποδογυρίσεις μια χελώνα
ή να δώσεις σ’ ένα ζητιάνο
είναι και τα δυο μικρές στιγμιαίες
αναστολές της αναπνοής

γέμισε ο κόσμος κυνηγότοπους
κάποιος θα σημαδέψει και σένα
μαζί με τον τροχονόμο
την υστερική σπίντο σοπράνο
το βουλευτή και το σωφέρ του
και ίσως τη ροδακινιά

29 Ιουν 2010

Μάρκος Μέσκος - Σε πρώτο πρόσωπο

                                                         του Κλείτου

Καλώς κακώς πέρασε η ζωή∙ τι κέρδη τι ζημίες καταπώς
λέει ο προηγούμενος τι χάρηκα και τι δεν
και τι στον κόσμο ζήλεψα – κανέναν! Κανέναν; (Ψέματα
λέω.) Μόνον εκείνους χάρηκα εκείνους που χόρευαν πάνω
στο χώμα και τραγουδούσαν∙ τίποτε άλλο!

Από τη συλλογή Ελεγείες (2004)

20 Ιουν 2010

Ήχος φρόνιμος

άναψα πρόσωπο ευθείας
μια τσέπη γεμάτη χελιδόνια σ’ επισκέφτηκα
έγινε κάρβουνο το χέρι που έσφιξες
ο φρόνιμος ήχος επέστρεψε στο φλάουτό σου

ντύθηκες ομοιόμορφα νύχτα
με τ’ όνειρο στα σκέλια αποκοιμήθηκες

17 Ιουν 2010

Εναέριες ρίζες

Δε φεύγει μάταια ο καιρός
θέλει μάτια για να δεις τι αφήνει

Εκείνο που ανύποπτα αιωρείται
κι απλώνει ρίζες εναέριες
μες στην υγρή των ρόδων περισυλλογή
των ώμων το μούδιασμα
χείλη που λαχταρούν του ανεμόφτερου το άγγιγμα

Ξεχείλισε ο κρουνός κι αφήνει τις σταγόνες του στο χώμα
στου ύπνου τα βλεφαρίσματα
το πιο χιλιοφίλημα απ' όλα τα χίλια
σταλαγματιά και των μύρων οι γεύσεις

Εναέρια διάλεξα τον τόπο των μικρών εκστάσεων
να μπορείς να διασχίσεις το σώμα
με τη λευκή φωτιά του χιονιού

11 Ιουν 2010

η επικράτηση του γκρίζου

Απ' το παράθυρο κοιτώ την επικράτηση του γκρίζου
μια θλίψη περιστεριού που κατασκήνωσε στα σύρματα
πέταξε μαζί με κάτι φτερωτά ενθύμια
πόσα πρόσωπα άραγε έχει η αγάπη
και πόσα ονόματα;

Και πού αθροίζεται
σε ποια δωμάτια ξαγρύπνιας;

Πουθενά κατακλυσμός
μόνο κάτι εφήμερα χαλάζια κι ευγενικές βροχές

Υπάρχω ακόμα γιατί το επιτρέπει η έκπληξη

Να φωνάξω
να σκούξω
μέχρι να γυρίσει το κεφάλι ο καιρός
και να με δει να πλέω ανάποδα τις μέρες του νερού

6 Ιουν 2010

αστοχία υλικού

Όσο κι αν διώκεται η υπερβολή, συνιστά το βασικό δικαίωμα επιβίωσης. Να είμαι. Όπως εγώ. Όπως οι άλλοι. Όπως κανένας. Να είμαι το άλας της γης ή μια περίπτωση αστοχίας υλικού, προϊόν ατυχούς συνεργασίας των εμπλεκόμενων με σκοπό την επέκταση της ιστορίας τους. Μια ιερή πράξη και μια σαπουνόφουσκα, μια στραβοτιμονιά στην ευθεία των καιρών κι ένα γκαρσονάκι φιλόδωρο, εν εξάρσει..

2 Ιουν 2010

Ο ποιητής Θανάσης Μαρκόπουλος



Μικρές ανάσες - Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ ISBN: 978-960-6781-75-9
Ημερ. Έκδοσης: 20/04/2010 Σελίδες: 50

Με τον Θανάση Μαρκόπουλο γνωριζόμαστε κοντά είκοσι χρόνια. Οι συναντήσεις μας περιορίζονταν σε τυχαίες και όταν χρειαζόταν ν' ανταλλάξουμε τίποτα βιβλία. Χρειάστηκε να περάσει αυτός ο καιρός για να επικοινωνούμε λίγο πιο συχνά. Τυχαία πάντως τον συνάντησα πάλι προχτές και του ζήτησα αν έχει κρατημένα τα λόγια που είπε στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου του “Μικρές ανάσες” που αν δεν κάνω λάθος, ήταν η πρώτη του στα τελευταία 30 χρόνια που γράφει. Προχτές βρήκα στο μέιλμποξ το κείμενο. Δε θα συνεχίσω με τις συνήθεις κοινοτοπίες, δεν το συνηθίζω, ούτε και σε κείνον αρέσουν, το μόνο που προτείνω επιτακτικά, είναι να διαβάσετε μία προς μία τις εφτακόσιες σελίδες της κριτικής μελέτης του Θ.Μ. για τον Ανέστη Ευαγγέλου, ρίξτε μια ματιά ΕΔΩ

Θανάσης Μαρκόπουλος
ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΣΕΣ


Τρεις συν μία σύντομες παρατηρήσεις

1.
Οι Μικρές ανάσες περιλαμβάνουν ποιήματα των τελευταίων εφτά χρόνων (2003-2009). Οι πρώτες τέσσερις συλλογές έβγαιναν ανά τρία χρόνια (1982, 1985, 1988, 1991), η πέμπτη στα πέντε (1996), η έκτη στα έξι (2002) και η τωρινή στα οχτώ (2010). Όλο και χειρότερα. Δεν ξέρω αν είναι η έμπνευση που μας εγκαταλείπει ή οι αισθητικές απαιτήσεις της ωριμότητας. Όπως κι αν είναι, όλο και πιο δύσκολα βγαίνει ο στίχος και δε φταίει γι’ αυτό που ακρίβυνε η βενζίνη, όπως έλεγε κάποτε ο Πάνος Θεοδωρίδης.

2.
Ο τίτλος μπορεί να σημαίνει μικρά ποιήματα, μικρά διαλείμματα σε ανηφορικούς δρόμους ή μικρές αχτίδες φωτός και μικρές ελπίδες. Μπορεί· υπάρχει άλλωστε το ομώνυμο τριμερές ποίημα, στο οποίο εκφράζεται η θέληση των παιδιών, έστω και ασύνειδη, να ζήσουν μια ζωή δίκαιη, χωρίς αναστολές και καταναγκασμούς. Μπορεί όμως να υποδηλώνει και τους μικρούς άσημους ανθρώπους, άσημους ακόμα κι όταν έχουν ονόματα, που είναι πολλοί και ζουν τη ζωή «στη μυστική της πρώτη αξία».

Για να ’μαι ειλικρινής, η ιδέα ξεκίνησε από ένα κείμενό μου για το Γιάννη Ρίτσο [περ. Το Δέντρο 169-170 (Άνοιξη-Καλοκαίρι 2009) 98-102], το οποίο τιτλοφορούσα «Η μεγάλη ανάσα» κι εννοούσα βέβαια τόσο τον επικό χαρακτήρα της ποίησής του όσο και τις μεγάλες συνθέσεις του. Αντίθετα, τα δικά μου κείμενα και μικρά είναι και εντελώς αντιηρωικά, καθώς έχουν να κάνουν μονάχα με την ταπεινή και άσημη ζωή είτε τη δική μου είτε των άλλων.

3.
Η συλλογή είναι πολυθεματική. Τα ποιήματα είναι ανταποκρίσεις σε επισκέψεις της ζωής, της δικής μας και των άλλων, αδιάκριτες συνήθως: μακρινές βαθιές μνήμες, λόγια και πράξεις, στιγμές και εικόνες, ακούσματα και διαβάσματα, φόβοι και όνειρα, προσδοκίες και διαψεύσεις, πίκρες και βάσανα. Κι όλα αυτά βέβαια δεν είναι ανάγκη να συμβούν σ’ αυτόν που γράφει· εξάλλου αυτός που γράφει συχνά δεν είναι παρά ένας κλέφτης. Όλα αυτά όμως, δικά του ή ξένα, τον αγγίζουν βαθιά, αλλάζουν την ψυχοσύστασή του, φιλτράρονται από το δικό του βλέμμα κι αν είναι τυχερά, γίνονται ποίημα. Αλλιώς παραμένουν αυτό που είναι, σκέτες πέτρες, ή γίνονται σκόνη κι έτσι χάνουν την ευκαιρία ν’ ανθίσουν στα επόμενα βλέμματα.

4.
Άλλωστε η έμπνευση, το ποίημα, μπορεί να σε βρει οπουδήποτε και οποτεδήποτε σαν αδέσποτη σφαίρα. Δεν έχει ώρα, δεν έχει μάτια, δεν έχει τρόπους. Δεκάρα δε δίνει, αν είναι μεσάνυχτα, αν έχεις δουλειά ή περιμένεις στην ουρά. Το κακό είναι ότι, ενώ απαιτεί να το γράψεις, δηλαδή να υπάρξει, αντιστέκεται στη γραφή. Το καλό είναι ότι αυτή η συγκρουσιακή διαδικασία είναι άκρως γοητευτική για το δημιουργό, καθώς λέξη λέξη, φράση φράση και στίχο στίχο χτίζει το σπίτι του επάνω στο χιόνι.

Σάββατο 24 Απριλίου 2010, ώρα 17.00-18.00
7η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Το χούφταλο

Αυτό το χούφταλο που βλέπετε
να περιφέρει τη σκιά του αγόγγυστα
στους διαδρόμους των νοσοκομείων
αναζητώντας με απόγνωση ένα βλέμμα
για να στηρίξει το γκρεμισμένο μπόι του

Αυτό το χούφταλο που λέτε
γέννησε τη Μαίριλιν Μονρόε
τη Ρόζα Λούξεμπουργκ
το Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ
εσάς που με διαβάζετε
εμένα που γράφω

Χαμηλά πορτρέτα

Ι. Η θεία Αγγελική

Έζησε πέθανε
κλειστό παραθύρι
Τη λέγανε Γιώργαινα

ΙΙ. Η θεία Μαρία

Ούτ' ένα πέταλο από τριαντάφυλλο
δε μ' άφησε ο Δημήτρος
έλεγε η θεία Μαρία στα εβδομήντα της
μονίμως κοτσύφι στο χιόνι του Αμυνταίου

ΙΙΙ. Άνθρωπος από πέτρα

Δυο χρόνια “Θεαγένιο”-Σκύδρα
πήγαινε κι ερχόταν δήθεν για δουλειές
ο έμπορος ηλεκτρικών συσκευών
Γιώργος Κελεσίδης
απόφοιτος Δημοτικού

από τις “Μικρές ανάσες” 2010


Καλάμι ποίημα

Μοναχικό καλάμι
που αγέρας το παίρνει επίμονος
και γέρνει
όλο και βαθύτερα γέρνει
τρεμίζοντας
μπρος στο κενό του χαμού
μα την τελευταία στιγμή
ανάσα το σώζει αναπάντεχη
κι επιστρέφει στον κόσμο
όλο και σοφότερο επιστρέφει

Τεστ κοπώσεως 2002


Η πείνα του λευκού

Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος
Νίκος Καρούζος


Πεινασμένο λευκό
δεν έχω άλλη νύχτα να σου δώσω
Τώρα ξέρεις δε βασιλεύει ο ήλιος
στις οροφές που τον καρφώσαν
έτσι ποτέ δε νυχτώνει
κι η φτώχεια μου δε λέγεται
Δεν έχω καν μια στάμνα σιωπής
να μαζέψω τις σκέψεις μου
ένα κλαδάκι έρεβος
για να πλανέψω τ' όνειρο
ένα τριζόνι έστω
να συντροφέψω τον καημό
Ένα ψίχουλο νύχτα δεν έχω πια
να φιλέψω την αγάπη
κι η λύπη μου δε λέγεται

Ανοιγμένη φλέβα 1991

Άτιτλο

Στο σόι μας είμαστε ανέκαθεν νομοταγείς
Δεν απασχολήσαμε ποτέ τις Αρχές
με τα φρονήματα και τη δράση μας
Κάναμε τη θητεία μας κανονικά
στην ώρα μας παντρευτήκαμε αγόρια κορίτσια
Κι όταν πάλι η Πατρίδα κινδύνεψε
αγόγγυστα προσφέραμε κι εμείς τους νεκρούς μας
Ολάκερη η ζωή μας σκληρή σαν την πέτρα
Αυξήσεις και τέτοια πάντως δεν απαιτήσαμε
Δε θέλαμε φασαρίες που χαλούσαν την τάξη
και τις δουλειές μας εκθέταν σε κίνδυνο
Ιδιαίτερα τις παρέες πολύ τις προσέχαμε
ποτέ δε βάλαμε κομμουνιστή στο σπίτι μας
Παίρναμε μέρος στις εκλογές αθόρυβα
και ψηφίζαμε πάντα κατά συνείδηση
το κόμμα που ήταν στην Κυβέρνηση
Κανένας δε μας ενόχλησε
κανέναν δεν ενοχλήσαμε
καθαρά τα χαρτιά μας
Άμα δεν πειράξεις δε σε πειράζουν
Έτσι σήμερα φτιάξαμε μια κάποια κατάσταση
Καθωσπρέπει πολίτες και άρχοντες
μας εχτιμούν απόλυτα
κι απ' τους πέντε επίτροπους της εκκλησιάς
οι δυο ανταντάμ παπαντάμ ανήκουν στο σόι μας

Του ανταποκριτή μας 1985


Το επόμενο ψέμα

Ως το λαιμό
ίσαμε τη σχισμή των χειλιών
στα σπήλαια της ανάσας
μπαινοβγαίνοντας
να παίζει η στάθμη των ερειπείων
και της πηχτής απόγνωσης
η μνήμη η αιμόφυρτη
των βυθισμένων ιδεολογιών
ώσπου να χαμηλώσει κράνος
ο ουρανός του βλέμματος
και να πεινάσει το φως

Τότε ανάψτε το επόμενο ψέμα

Το περίστροφο της σιωπής 1996

18 Μαϊ 2010

Η επικίνδυνη κλίση του ποτέ

Οι κνιδώσεις των παρειών
Και η απρόβλεπτη τριχοφυΐα
Των αγαλμάτων

Ο χρόνος
Τετράδιο χωρίς γραμμές
Κι ετικέτα

Η επικίνδυνη κλίση του ποτέ

12 Μαϊ 2010

Γιάννης Βαρβέρης - πολυκατάστημα "η Ελπίς"


Υπέροχο πολυκατάστημα
με όλα τα φώτα, τα στασίδια, τις ανέσεις
με πωλητές απλούς και με τιτλούχους
υπέροχο πολυκατάστημα
για πλούσιους και φτωχούς
για ενδιαφερόμενους
κι ενδιαφερόμενους της τελευταίας στιγμής
με τους ορόφους του
έναν για κάθε πίστη
πάντα κλειστό στην έξοδο
με ορθάνοιχτες τις πόρτες
διαθέτει
απόλυτης υπεραξίας εμπόρευμα
κόστους μηδενικού

ενώ εγώ
τι αγοραστές να περιμένω εγώ
που απέναντι πουλάω
τις εικονίτσες μου λευκές
δωρεάν πανάκριβες
μέσα στο κρύο;

Ο άνθρωπος μόνος - Κέδρος 2009

11 Μαϊ 2010

karabadak

Να απολογούμαι πιο συχνά στις άδειες φιάλες
και του προσκυνήματος τα συναφή
να βλέπω τη σκόνη να επικάθεται στα παλιά συνθήματα
και να διαμαρτύρομαι κοσμίως
να γίνω φαντάσματα του μέλλοντος χοντρά παπούτσια
χραπ χρουπ
πρώτη φορά όλος επιγράμματα
και πόρτες ασφαλείας για έναν υποψήφιο δραπέτη

Πόσα τετράδια ακόμα θα γεμίσουν δοξαστικά και άλλα τέτοια
μάκτρα υγείας μονωτικά κι αρχαιόσιτες προσωδίες
αγέλης που γονάτισε δήθεν ηρωικά εστεμμένη
μαχόμενη για συνιδιοκτησία άγραφης ιστορίας
για τους απάτριδες στρατιώτες που πίνοντας το σύννεφο
αυτομολούν
τυφλός προφήτης ο αυτήκοος Νέπως
των υπηκόων χειροκροτητών
και η Ρώμη να καίγεται χάριν μαλακών τη χρήσει
οπισθίων προτεταμένων εις ανάπαυσιν ισχίου

Ο ελιγμός της λεγεώνας δεν έφτασε 
ακούμπησα στη σκληρή γωνία του αμετακίνητου
σώθηκαν έτσι
κάτι φθινόπωρα και κάτι καλοκαίρια

 

20 Απρ 2010

Ντίνος Χριστιανόπουλος - μικρά ποιήματα

τα πρόβατα απήργησαν

ζητούν καλύτερες συνθήκες σφαγής



“όταν πεθάνω, να με θάψτε στο χωριό” –

θέλουν να τιμήσουν με το πτώμα τους

την πατρίδα που αρνήθηκαν με το σώμα τους



και τι δεν κάνατε για να με θάψετε

όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος

30 Μαρ 2010

Η αγάπη είναι ο φόβος - Μανόλης Αναγνωστάκης

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θα᾿ ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;

13 Μαρ 2010

άνυδρο

Δεν έχει απόψε μυστικά
ούτε τραγούδια κάλπικα
μόνο φωτιά αδιαπέραστη
κι ας ιδρώνει πότε πότε η παλάμη σου
όταν σε διασχίζει το αναπάντητο
το αλμυρό τρεχούμενο νερό

3 Μαρ 2010

karajahal




Όσο ξεμακραίνω μ' ακολουθείς πιστό ελάφι
Θα σου μιλήσω για τον καιρό του παράδεισου
και συ θα κλαις

Πλατειάζουν μέσα μου τα νερά και χύνονται
ποτάμια κοκκινόχρωμα
λαχταρίζουν το σβανά οι κορφές
σπυρί-σπυρί ν' αναστηθεί ο καρπός
και στα μισά της νύχτας κάτι παλιοί φαντάροι αναστενάζουν

Για σένα μαύρο ελάφι θ' ανοίξω απόψε
ένα μπουκάλι θάνατο

Και ξεκινάει τη μοιρασιά ο χρόνος
αυτός ο μέγας κλέφτης
ανοίγουν γινωμένα τα θυμητάρια
σιγοπίνω τον πικρό καιρό και χάνω στο μέτρημα
τις λεμονιές με τ' άγουρα φιλιά
τις κερασιές της λυπημένης Παρασκευής
ένα κοντάρι μαύρες σημαίες
το μερτικό μου ένα φλασκί νερό
που μάζεψα απ' τα κληματόφυλλα
μουγκανίζουν οι δαμάλες στη θέα του αγριόχοιρου
κατηφορίζουν κουτρουβαλώντας απ' το λόφο
μπήκε Νοέμβρης κι έπιασε μπούζι
και κοκκίνισαν τα μάγουλά σου
παράτησε ο τελάλης το καμπάνι
και ξάπλωσε βαθιά στο χώμα
κι όπως σηκώθηκε βοριάς
ως τα πάνω τον σκέπασαν φθινόπωρα φύλλα

Μην ξαγρυπνάς μαζί μου
στο λέω, δε βιάζεται ο θάνατος
έφτασαν ως εδώ οι χαιρετισμοί
ανάμεσα απ' τους θάμνους και τα φυλλώματα
έσκυψα και φίλησα το χέρι της μητέρας
που με περίμενε μ' όλα της τα μανουάλια αναμμένα
μα δεν υπήρχε ούτε καμπάνα ούτε σκοινί
ούτε προσόψιο κρεμασμένο στη βρύση
γεύση από βρασμένο σιτάρι
κι αλμυρή βροχή στ' ακροχείλι
έγειρε ο τοίχος κι έπεσαν οι σοβάδες
φάνηκαν οι ρωγμές της μνήμης
λαφιάτες και γκουγκουστέρες
οι συγκάτοικοι εντός μου

Βλέπεις έμαθα να διαβάζω τ' άστρα
να μη με πιάνει πια το φουσκονέρι
κι άλλα πολλά που καταφέρνουν οι άνθρωποι
μα 'κείνο που έρχεται από πού
εκείνο που δε βλέπω μα τ' ακούω
εκείνο το σκουπιδάκι στο βλέφαρο του κόσμου
ακόμα ψάχνω για ένα πέρασμα
κι όλο επιστρέφω γεμάτος αλληλούια και ψέματα

Θα κουράστηκες μικρό ελάφι
σε τόσες ερημιές να περπατάς
στο βάθος μια πομπή θα είναι
ή πανηγύρι με τόσα φώτα και άσματα θορυβώδη
που ολοένα απομακρύνεται
κι αφήνει πίσω αγάλματα θυμητικά
ερείπια κομμάτια

Λίγο ακόμα, ένα λεπτό
αυτός ο χρόνος ο σπαγκοραμμένος
τράβηξε την κουρτίνα
ίσα που άγγιζα τα φύλλα της μουριάς

 

31 Ιαν 2010

Η εποχή του Αντιγώνου

                                                   
                          της Βάλιας

Να μπω, ακάλεστο φθινόπωρο
με πλατανόφυλλα να σε σκεπάσω;

Κι αν όχι
χειμώνα θες και παγωμένο τζάμι
με χνώτα να πλάσεις
τη χορευτριούλα σου
στο μπούζι του κοκκινοπόταμου να στίξεις
το περίγραμμα της μητρός μου
ή φωβ ποθείς την άνοιξη
μια κατηφόρα κίτρινες αυλές
και πράσινα πορτοκάλια

Κι αν μια τυχαία διάθλαση
στην κόρη των ματιών σου
η εποχή του αντιγώνου
γραμματόσημο στη γλώσσα
κι ο έβδομος μήνας κύκλος
μέχρι να φτάσω πάλι
ακάλεστο φθινόπωρο

από τις "Εναέριες Ρίζες"

30 Ιαν 2010

Φεγγαρωτή

Σ’ άφησα να χορεύεις κληματόβεργα
κι όταν έριξες τα φύλλα
πρόφτασα να δρέψω τις αλκαλίνες σου
εγώ είμ’ ο έρωτας ο θεριακός
μη σπάσεις σε χρωματιστά φαντάσματα
αντίδοτα θα σε φιλώ στο στόμα
ως να γυρίσει πλευρό η Φεγγαρωτή
και να μας βρουν κομματιασμένους
σε αδέσποτα στιχάκια


από τις "Εναέριες Ρίζες" 

23 Ιαν 2010

Ανέστης Ευαγγέλου, Το χιόνι

                                           
Χιονίζει πάλι σήμερα.
Απ' το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ' άσπρα.
Θυμάμαι
ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά –χαράματα ήταν
κι έτσι και τότε χιόνιζε– βγαίνω στον κήπο
και βρίσκω τ' αδερφάκι μου.
Είχε ανοίξει
μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει
μέσα κι έπαιζ' εκεί με τ' αρκουδάκι του.
Τι κάνεις
εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;

Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του
οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα
και μια κακία που δε θα λησμονήσω
–κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια–,
για ν' απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους
για ν' απομείνει εκεί ανεξήγητα
παρ' όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.

Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι
κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ' αδερφάκι μου
ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.

Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα
πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.
Αργότερα,
όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα
να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς
της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι
πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους
παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω
τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.

Σήμερα ωστόσο,
μισό σχεδόν αιώνα απ' το πρωί εκείνο
των πρώτων παιδικών μου χρόνων,
χιονίζει πάλι.
Απ' το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ' άσπρα.

Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει
με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη
τις πράξεις και τις παραλείψεις μας
τις χαρές και τις λύπες μας
τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας
τους έρωτες
τις φιλίες
τα λάθη μας και τις εξάρσεις.

Κατευνάζει την αλαζονεία∙
διδάσκει την ισότητα∙
χορηγεί την ειρήνη.

Χιόνι της Ευσπλαχνίας –όχι της Ορφάνιας.
Χιόνι της Συγκατάβασης –όχι της Τιμωρίας.

Χιόνι της μυστικής αγάπης πια.

Από τη συλλογή Το χιόνι και η ερήμωση (χειρόγραφα - 1994)

19 Ιαν 2010

έξω ο αέρας...

Έξω ο αέρας ξεριζώνει
χοντρές ψιχάλες
μα μέσα
προκλητική ακινησία
άπλυτα πιάτα
δυο φλούδες πορτοκάλι
μια αδιάφορη αλατιέρα
κι ένας μαστραπάς κρεμασμένος στο καρφί

Μου φάνηκε πως άκουσα χτυπήματα στην πόρτα
ένα τσακάλι βρεγμένο ως το κόκκαλο
με κοίταξε με απόγνωση
-Πεινώ, είπε, έχεις τίποτα να φάω;
-Έλα, κάτι θα βρεθεί
και το πέρασα στη βιβλιοθήκη

14 Ιαν 2010

το μπλε παράθυρο του κόσμου


Blue Nude IV 1952 Henri Matisse
 
έκλεισ ' η πόρτα
με σκέπασαν σεντόνι
τ' αρώματά σου

***

κάποιος φώναξε
θα χάθηκε μαζί σου
στην καταιγίδα

***

μαύρες σημαίες
και κόκκινα τραγούδια
ο δον Κιχώτης

***

λειψό φεγγάρι
το κόσμημα της νύχτας
ο θάνατός του

***

έλα μίλα μου
κι εγώ με τη φωνή σου
θα τραγουδήσω

***

φίλιωσε ήλιε
και γίνε περιβόλι
να σε τρυγήσω


19 Δεκ 2009

Τα κάλαντα της Αντίστασης

Τα παραδοσιακά ελληνικά κάλαντα σε μια δεύτερη ανάγνωση

                         Κάλαντα Αστυπάλαιας.
Πλήρης αποδοχή των ταξικών διαφορών με αποθέωση της μπουρζουαζίας:
“...γεννιέται κι ανατρέφεται στο μέλι και στο γάλα
το μέλι τρων' οι άρχοντες το γάλα οι αφεντάδες
και το μελισσοβότανο το λούζονται οι κυράδες”

και παρακάτω η διεκδίκηση των δικαιωμάτων της λαϊκής τάξης όπου διαφαίνεται ο κοινωνικός διαχωρισμός:
“..ανοίξτε τα κουτάκια σας τα καλοκλειδωμένα
και δώστε μας απ' το χρυσό που 'χουνε τα πουγκιά σας
αν είστε απ' τους πλούσιους φλουριά μη λυπηθείτε
κι αν είστε απ' τους δεύτερους, ένα ζευγάρι κότες”

                             Κάλαντα Θράκης
Προβολή της οικογένειας ως στυλοβάτη της κοινωνίας με τον άνδρα “νοικοκύρη” να δεσπόζει.
“..με τα καλά του, με τα παιδιά του με την καλή τη νοικοκυρά του”

                             Κάλαντα Κρήτης                 
Διακριτική διαμαρτυρία για την αυταρχικότητα ορισμένων εκπαιδευτικών:

“..λούζεις τον και χτενίζεις τον και στο σχολειό τον πέμπεις
κι ο δάσκαλος τον έδειρε μ' ένα χρυσό βεργάλι
και η κυρά δασκάλισσα με το μαργαριτάρι”


                            Κάλαντα Πελοποννήσου
Ευθεία κριτική στους τους πολιτικούς και το πολιτικό σύστημα:

πριν τις εκλογές:
“..εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε
μόνο σας αγαπούσαμε κι ήρθαμε να σας δούμε!”

μετά τις εκλογές:
“..δώστε μας και τον κόκορα, δώστε μας και την κότα
δώστε μας και πέντ' έξι αυγά να πάμε σ' άλλη πόρτα”

                           Κάλαντα Καππαδοκίας-Μυτιλήνης
Φυσικά δεν λείπουν και οι καταγγελίες κακοδιαχείρισης του Δημόσιου χρήματος.
Παρακάτω, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται ντυμένη Αι-Βασίλης:

“-..Άγιε Βασίλη μ' Δέσποτα, πόσα σπυράκια σπέρνεις;
-Σπέρνω σιτάρι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε
και 'κείνα μου τα φάγανε περδίκια και λαγούδια”

Τα σχόλια περιττεύουν. Ιδιαίτερα για τα περδίκια και τα λαγούδια...

Καλά Χριστούγεννα συνταξιδιώτες!


29 Νοε 2009

Αφιέρωσις ΙΙ

















Δεν είν' αυγή να σηκωθώ
να μην αναστενάξω
έβγα ταίρι μου και πιάσ 'το χέρι μου

να γείρω στο προσκέφαλο
κι από καρδιάς να κλάψω
έβγα να σε δω, να παρηγορηθώ

Μικρασιάτικο παραδοσιακό
ούτι-ερμηνεία-ελεύθερη απόδοση: Κ.Μ.
ΕΔΩ

Αφιέρωσις


















Το πρακτορείο
θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές

Απόψε μοιάζουμε κι οι δύο
πιο πίσω 'γω κι εσύ μπροστά
σα βραδινό λεωφορείο
που 'χει τα φώτα του σβηστά
για μας ο κόσμος δεν τελειώνει
για μας ο κόσμος αρχινά
μα της καρδιάς το μαύρο χιόνι
δε θα μας βγάλει πουθενά

Άντρα και γείτονα και φίλε
στη φτώχεια και στην προσφυγιά
μια παγωμένη σπίθα στείλε
να σου την κάνω πυρκαγιά
Κι αν δεν καείς έλα κατόπι
που δε θα μείνει πια κανείς
για να γίνουμε πάλι ανθρώποι
στο κήπο της Γεθσημανής

Γκάτσος-Ξαρχάκος
μια αντανάκλαση από τον Κ.Μ. ΕΔΩ 

16 Νοε 2009

ο δύτης

Είμ' ένας άγνωστος
κι αυτό με προστατεύει
δεν έχω ανάγκη να ποζάρω
για ν' αρέσω, να λέω
λόγια τάχα βαθυστόχαστα
να κυνηγώ λαχανιασμένος την επικαιρότητα
Δε χρειάζεται να έχω διαρκώς
γνώμη για όλα


Μου φτάνει
να καταδύομαι πότε πότε στο βυθό
της σιωπής και ν' ανασύρω
κάποιο βότσαλο θαμπό
που για ώρες έπειτα να το τρίβω
με το χνούδι της ψυχής μου
για να φανούν τα χρώματά του
Και με κρυφό καμάρι τ' αποθέτω
στο ράφι μου, μαζί με τ' άλλα
τα παλιότερα


Γιώργης Μανουσάκης

25 Οκτ 2009

Μαύρη λέξη


Τετράδιο των ανοιχτών γραμμών
διστάζω να σε γεμίσω σκαλίσματα
χέρι πριν που καταιγίδα των πληκτών
ξανά σε σιγανή βροχή
πεθύμησα να σ’ έχω χωρίς αστερισμούς
κι φως ηλεκτρικό στο ζύγωμα των ματιών
άσπρο σου γράφω κι αν όχι
κίτρινο ηλιοφέγγαρο στο δεξί σου ώμο
χέρι μου χαρτί μου
πόσα βράδια χωρίς
μα τώρα εδώ
εσύ παιδί κι εγώ μολύβι
κι αν στάξω μελάνι των ματιών
να πιεις
να θυμηθείς πώς το μπράτσο σου χάραζα
μ’ ένα δάσος δοξαριές
την εποχή των δισταγμών
και των ωραίων ερώτων

μαύρη μου λέξη
πονάνε οι πατούσες σου
την ώρα που σκαρφαλώνεις στο πάνω χείλι
κι αδειάζεις το χρώμα σου
ν’ αλαφρώσεις
απ’ το κόκκινο του άλφα
απ’ το μπλε του βήτα
απ’ το πράσινο του λάμδα
κι από το λευκό του ωμέγα
γλίτωσες απ’ την αρπάγη της ίριδας
κι ούτε ένα χρώμα ζήλεψες απ’ το χακί του κόσμου

Γρήγορα σβήσε τα αφωνήεντα
προτού στοχεύσει πάνω σου
η εξουσία των πυρίμαχων συμφώνων

24 Οκτ 2009

Είπε Μια Φωνούλα

Ελάτε να ορμήξετε
Πάνω μου σαν πρωτόγονοι
Φοβάστε κύριοι;
Η καρδιά μου
Το σύμπαν της ποίησης
Λέτε να σωπάσει;

ΧΙΒΑ ΠΑΝΑΧΙ
Τα Μυστικά του Χιονιού
ΜΑΪΣΤΡΟΣ 

15 Οκτ 2009

Το όνειρο

Ακόμα αλυχτούν τα σκυλιά
ο δασονόμος ήρθε στην ώρα του
μέτρησε ένα-ένα τα κομμένα ποδάρια
και σημείωσε στο μπλοκάκι
εννέα στρατιώτες, δώδεκα αξιωματικοί
και τρία άγνωστα ποδάρια χαμηλών ανθρώπων

η ορχήστρα των Ανέμων έπαιζε την Ηρωϊκή

Aκούστηκαν φτερουγίσματα
θ’ απογειώθηκαν τα περιστέρια να μοιράσουν
τηλεγραφήματα θανάτου

έξω ο παπάς άρχισε ν’ απαγγέλλει Ρεμπώ

ύστερα βρήκα τη μάνα μου στο κατώι
να μαδάει έναν κόκορα

όπως με κοιτούσε θυμήθηκα ότι βρέχει

8 Σεπ 2009

Siberis

Λάμπω απόψε μακρινή πυρκαγιά

Το όχι του νερού στα γόνατα εκλιπαρώντας
η αθανασία

Πλησιάζει πατώντας στις μύτες το πεπρωμένο του κεριού
απλώνω και δε φτάνω το φιλέλαιο λυχνάρι
του πριν ακολουθώντας το βάδισμα

Δε θα μεθύσω απόψε σεληνόφως
ούτε θ΄ αστρολογήσω αόρατους στίχους

Να η Ελάνη
πυροβόλο πεύκο
πνίγει τα κουκουνάρια στη θάλασσα
καταφτάνω αρμαθιές πεταλίδες κι αγριόψαρα
λεγεωνάριος της μνήμης και των μικρών θανάτων
πραματευτής

17 Αυγ 2009

πού και πού

Πάει καιρός
που έξω απ’ την πόρτα δεν ακούγεται κανείς
μόνο κάτι αντάρτες πρόγονοί μου
ψάχνουν για σπασμένα κεραμίδια
πού και πού με ξαγρυπνούν

κοιμάμαι αγκαλιά μ’ ένα βαζάκι νότες
τραβώ κάθε μέρα μία
και την πετώ απ’ το παράθυρο
μα αυτές οι άτιμες
δεν τελειώνουν ποτέ
και ο χρόνος κυλάει στα πεδινά του κόσμου
γυρεύοντας ανήφορο

14 Αυγ 2009

νύχτα θαυμάτων

Ιονίζει στ' αλήθεια το νερό

Έπεσε βαριά η παλάμη στο αρχιπέλαγος
Αναδύθηκαν πορτοκαλιές και φύλλα αγιοσύνης

Μ’ ένα πανάκι αρχίζει ο μύθος κι αλαργεύει
Οι ώρες οι παλιές μετρούν τα χρεωστούμενα
Κρατήθηκα από ένα ζυμαράκι μισοκαμμένο
Εύγευστο παλαιών πατρών

Μετράει τα δάχτυλά του ο καιρός
Όσα δεν πρόφτασε η φωτιά και τ΄ άλλα από μάρμαρο
Και κάτι ήρωες μπαρουτοκαπνισμένοι
Στην πρώτη σελίδα αντιγραφής

Κανείς δε βλέπει την Αγγελική που αιωρείται
Ούτε των Eυαγγέλων τις καταβυθίσεις

Φέτος δεν περίμενε τετράδιο ανοιχτό
Η νύχτα με τα θαύματα
   
                                 Βραχναίικα 9-7-2009


11 Ιουν 2009

Το ψωμί και το μελάνι

Να, πιάσε και συ
Σήμερα το μοίρασαν μαζί με το ψωμί
Έχουμε βλέπεις επέτειο
Μπορείς αν θέλεις να το ανταλλάξεις μ’ ένα καρβέλι
Ή το καρβέλι μ’ ένα φύλο χαρτί
Ή το χαρτί με το μελάνι
Ποτέ όμως δε θα έχεις και τα δυο μαζί
Από τότε που απαγορεύτηκε η ποίηση
Το γράψιμο τιμωρείται με θανατική ποινή
Ο έρωτας επιτρέπεται
Αρκεί να μη γράψεις τίποτα γι’ αυτόν
Ούτε καν να σκαλίσεις τ’ αρχικά σου σ’ ένα δέντρο
Και κάθε χρόνο στην επέτειο
Μοιράζουν μελάνι μαζί με το ψωμί
Έτσι για να μας τη σπάσουν

9 Ιουν 2009

Καβάκντερε

Πάνε κι έρχονται οι αλωνίστρες με ράμφος αχόρταγο
με πύρωσαν τα κίτρινα κύματα κι η ζέστα της μηχανής
κάπου εδώ περπάτησα ή πέταξα μονόφτερο
πάνω απ' τα καραγάτσια που απ' τα κλαδιά τους κρέμονταν
αιώρες κι άσπρα ρούχα της Λαμπρής

Κάπου εδώ ανέβηκε ένα βράδι ως τα χείλη το φεγγάρι
ανάπνευσαν τα κυπαρίσσια και στάθηκε στα πόδια η κληματαριά
όλη νύχτα μάζευα τα ξέφτια απ' το φουστάνι της
τ' αγκάθια τρύπησαν τις ρώγες
κι έρρεε ο μούστος ώς το πρωί

Λίγο πιο πάνω τ' ασπροσέντονα σε διάταξη μνήμης
ένα καλάθι κόκκινα αυγά και κοιμητήρια
δίπλα δίπλα οι γειτόνισσες χώμα μαλακό
στρώνουν τη γλώσσα και δεν προφταίνουν

Καβάκι το καβάκι απομακρύνεται ο νους
από μακριά ανάβει η καλαμιά
τη νύχτα το ποτάμι δεν κοιμάται
στις βδέλλες και τους γυρίνους
διαβάζει τους καταραμένους στίχους
ψυθιριστά να μην ακούσει ο αγροφύλακας